Η ιαπωνική στρατηγική άμυνας υφίσταται τη σημαντικότερη αναδιαμόρφωση από το 1947, όταν η χώρα παραιτήθηκε επισήμως από το δικαίωμα χρήσης πολεμικών μέσων για την επίλυση διεθνών διαφορών. Επικεντρωμένη πλέον στην ενίσχυση της αποτροπής, η Ιαπωνία επενδύει στη δημιουργία μιας «νότιας ασπίδας», μεταφέροντας το κέντρο βάρους των ενόπλων δυνάμεων της (JSDF) προς τα νοτιοδυτικά, κοντά στην Ταϊβάν.

Η ενίσχυση της ιαπωνικής άμυνας αποτελεί την κύρια απάντηση στην κλιμακούμενη γεωπολιτική αστάθεια στην περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού. Στα τέλη Μαρτίου, το Τόκιο ανέπτυξε πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς στον νομό Κουμαμότο στο νησί Κιούσου, ικανούς να πλήξουν στόχους στην Κίνα. Ο υπουργός Άμυνας Shinjiro Koizumi τόνισε ότι η χώρα αντιμετωπίζει το πιο περίπλοκο περιβάλλον ασφαλείας από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθιστώντας απαραίτητη τη θωράκιση των νησιών Ryukyu, που λειτουργούν ως φυσικό ανάχωμα μεταξύ της Θάλασσας της Ανατολικής Κίνας και της Θάλασσας των Φιλιππίνων.

Η στρατηγική αυτή, η οποία υποστηρίζεται από έναν αμυντικό προϋπολογισμό ρεκόρ ύψους 58 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το οικονομικό έτος 2026, συνοδεύεται από μια αμφιλεγόμενη «ερμηνευτική γυμναστική» του ιαπωνικού Συντάγματος. Παρόλο που το Σύνταγμα απαγορεύει τη διατήρηση στρατού, η Ιαπωνία αναπτύσσει πλέον «δυνατότητα αντεπίθεσης», ενισχύοντας το οπλοστάσιό της με 400 αμερικανικούς πυραύλους Tomahawk.
Καταλυτικό ρόλο σε αυτή τη μεταστροφή παίζει η ανησυχία για τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών υπό την ηγεσία του Donald Trump. Η αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας της αμερικανικής «πυρηνικής ομπρέλας» και η δυσπιστία της ιαπωνικής κοινής γνώμης —με το 77% των πολιτών να αμφιβάλλει για το αν οι ΗΠΑ θα υπερασπίζονταν την Ιαπωνία σε μια κρίση— ωθούν το Τόκιο στην αναζήτηση αυτονομίας. Οι ιαπωνικές αρχές ανησυχούν ιδιαιτέρως για το ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης γύρω από την Ταϊβάν, γεγονός που θα αποτελούσε «απειλή επιβίωσης» για την ίδια την Ιαπωνία, η οποία φιλοξενεί πλήθος αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.