Η πολιτική σταθερότητα που χαρακτήριζε επί δεκαετίες τη Μεγάλη Βρετανία αποτελεί πλέον παρελθόν. Με τη χώρα να οδεύει προς τον έβδομο πρωθυπουργό της μέσα σε μόλις δέκα χρόνια, το ερώτημα που πλανάται στο Λονδίνο είναι γιατί οι ηγέτες της Downing Street δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να παραμείνουν στο αξίωμά τους. Ο Keir Starmer, ο οποίος ανέλαβε την πρωθυπουργία το 2024 μετά από μια σαρωτική νίκη, αποχωρεί ήδη, μόλις δύο χρόνια μετά, επιβεβαιώνοντας μια ανησυχητική τάση.
Σύμφωνα με τον Ben Worthy, λέκτορα Πολιτικής και Δημόσιας Πολιτικής στο Birkbeck College του University of London, οι αιτίες είναι πολυεπίπεδες. Παράγοντες όπως το Brexit και η άνοδος των κοινωνικών δικτύων έχουν εντείνει τις πιέσεις, όμως το κεντρικό πρόβλημα εντοπίζεται στη ραγδαία μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ των πρωθυπουργών και των βουλευτών τους. Αν και στο παρελθόν οι κομματικοί μηχανισμοί ήταν πιο πειθαρχημένοι, από τη δεκαετία του 1970 οι βουλευτές δείχνουν αυξανόμενη προθυμία να αμφισβητήσουν, ακόμη και να αποκαθηλώσουν τους ηγέτες τους, καθιστώντας την απομάκρυνση πρωθυπουργών μεταξύ των γενικών εκλογών μια σύγχρονη βρετανική συνήθεια.
Επιπλέον, το εκλογικό τοπίο έχει κατακερματιστεί. Η παλαιά δικομματική κυριαρχία υποχωρεί, με τις ψήφους να μοιράζονται σε περισσότερα κόμματα στην Αγγλία, τη Σκωτία, την Ουαλία και τη Βόρεια Ιρλανδία. Αυτή η αστάθεια καθιστά τους βουλευτές πιο ευάλωτους και λιγότερο ανεκτικούς σε ηγέτες που κρίνονται ασταθείς ή μη δημοφιλείς. Στο επίκεντρο αυτού του κύκλου βρίσκεται πλέον ο Andy Burnham, ο οποίος μετά τη θητεία του ως δήμαρχος στο Greater Manchester, επιστρέφει στο κοινοβούλιο μετά τη νίκη του στο Makerfield. Το ερώτημα παραμένει αν ο Burnham θα καταφέρει να σπάσει αυτόν τον φαύλο κύκλο ή αν θα καταλήξει και εκείνος θύμα της ίδιας εσωκομματικής φθοράς που «κατάπιε» τους προκατόχους του.