Μια κρίσιμη δικαστική διαμάχη με επίκεντρο τη φορολογία της Coca-Cola ξεκινά αυτή την εβδομάδα στη Φλόριντα, φέρνοντας τον κολοσσό των αναψυκτικών αντιμέτωπο με την αμερικανική εφορία (Internal Revenue Service – IRS). Η διαφωνία, που αφορά ποσά της τάξεως των 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, εστιάζει στην πρακτική των τιμών μεταφοράς (transfer pricing) και στον τρόπο με τον οποίο η εταιρεία δηλώνει τα κέρδη της από τις θυγατρικές της στο εξωτερικό.
Η Coca-Cola, με έδρα την Ατλάντα της Τζόρτζια, καλείται να αντικρούσει μια δικαστική απόφαση του 2020 που δικαίωνε την IRS, η οποία υποστήριξε ότι η εταιρεία απέκρυψε σημαντικά κέρδη από δραστηριότητες σε χώρες όπως η Ιρλανδία, η Βραζιλία, η Χιλή, το Μεξικό, η Κόστα Ρίκα, η Αίγυπτος και το Εσουατίνι. Η κεντρική ένσταση της IRS είναι ότι ο όμιλος χρησιμοποίησε χαμηλά τέλη αδειοδότησης για τις ξένες μονάδες του, ώστε να μειώσει το φορολογητέο εισόδημά του στις ΗΠΑ, όπου οι εταιρικοί φόροι είναι υψηλότεροι.
Το ιστορικό της υπόθεσης εκτείνεται δεκαετίες πίσω, με τις δύο πλευρές να διαφωνούν για το κατά πόσο παραμένει σε ισχύ μια συμφωνία του 1996 σχετικά με τον υπολογισμό των κερδών. Παρά το γεγονός ότι η Coca-Cola κατέβαλε ήδη 6 δισεκατομμύρια δολάρια για φόρους και τόκους το 2024, ενδέχεται να κληθεί να πληρώσει επιπλέον 14 δισεκατομμύρια δολάρια, εάν το Εφετείο για την ενδέκατη περιφέρεια δικαιώσει την κυβέρνηση.
Η έκβαση της δίκης θεωρείται καθοριστική για την επιχειρηματική κοινότητα, καθώς η IRS επιδιώκει να δημιουργήσει ένα νομικό προηγούμενο για τον έλεγχο και άλλων πολυεθνικών εταιρειών. Αντίστοιχες υποθέσεις έχουν απασχολήσει το τελευταίο διάστημα και άλλους κολοσσούς, όπως η Microsoft, η Airbnb και η Newell Brands, οι οποίες επίσης βρίσκονται στο μικροσκόπιο της αμερικανικής εφορίας για παρόμοιες πρακτικές φοροαποφυγής.