Η συνάντηση κορυφής μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump και του Κινέζου ηγέτη Xi Jinping στο Πεκίνο, η οποία ολοκληρώνεται την Παρασκευή 15 Μαΐου 2026, συνοδεύεται από μετριασμένες προσδοκίες παρά τις αρχικές εξαγγελίες. Ο Donald Trump, ο οποίος προσήλθε στο Πεκίνο έχοντας στο πλευρό του κορυφαία στελέχη της επιχειρηματικότητας, όπως ο Elon Musk της Tesla, ο Tim Cook της Apple και ο Jensen Huang της Nvidia, πίεσε για ένα ουσιαστικό «άνοιγμα» της κινεζικής οικονομίας.
Αν και οι δύο πλευρές αναμένεται να παρατείνουν την εκεχειρία στον εμπορικό πόλεμο που είχε συμφωνηθεί στη Νότια Κορέα τον Οκτώβριο, οι παρατηρητές κάνουν λόγο για μια προσπάθεια σταθεροποίησης των διμερών σχέσεων και όχι για πλήρη εξομάλυνση. Οι δύο χώρες παραμένουν εγκλωβισμένες σε έναν έντονο ανταγωνισμό που εκτείνεται από το εμπόριο και την τεχνητή νοημοσύνη μέχρι το ζήτημα της Ταϊβάν.
Η Claire E. Reade, στέλεχος της Arnold & Porter και πρώην σύμβουλος στο Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ (USTR), σημείωσε χαρακτηριστικά: «Η Κίνα δεν εμπιστεύεται τις ΗΠΑ και επιδιώκει να επικρατήσει στον μακροπρόθεσμο παγκόσμιο ανταγωνισμό». Από την πλευρά της, η κινεζική πλευρά ενδέχεται να προσφέρει «δώρα» χαμηλού κόστους, όπως η αύξηση αγορών αμερικανικών αγροτικών προϊόντων ή ενεργειακών αγαθών και η παραγγελία αεροσκαφών Boeing, χωρίς όμως να υποχωρεί σε στρατηγικά ζητήματα που αφορούν την τεχνολογική της ανεξαρτησία.
Τα οικονομικά δεδομένα παραμένουν επιβαρυμένα: σύμφωνα με το Peterson Institute for International Economics, οι μέσοι δασμοί των ΗΠΑ στα κινεζικά προϊόντα ανέρχονται στο 47,5%, ενώ το διμερές εμπόριο αγαθών υποχώρησε στα 415 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025, από την κορυφή των 690 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2022. Όπως επισημαίνει ο Carsten Holz από το Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας του Χονγκ Κονγκ, η Κίνα διαθέτει πλέον λιγότερα κίνητρα για παραχωρήσεις, καθώς οι εγχώριες βιομηχανίες της κατέχουν ηγετικές θέσεις σε πολλούς τομείς.