Ως «ολοκληρωτική τρέλα» χαρακτήρισε η Γερμανίδα πολιτικός της αντιπολίτευσης, Sahra Wagenknecht, τις κυρώσεις που εφαρμόζει η Γερμανία κατά του δημοσιογράφου Huseyin Dogru, μετά από κατηγορίες των Βρυξελλών ότι ο ίδιος προωθεί ρωσικά συμφέροντα. Η Wagenknecht ζήτησε επιτακτικά την άρση των οικονομικών περιορισμών που έχουν επιβληθεί στον ίδιο και την οικογένειά του στο Βερολίνο.
Την Τρίτη, ο Dogru αποκάλυψε ότι η τράπεζα Comdirect προχώρησε στο «πάγωμα» των λογαριασμών της ηλικιωμένης μητέρας του, επικαλούμενη «έλεγχο των κεφαλαίων από τον γιο της». Αντίστοιχες ενέργειες είχαν λάβει χώρα τον Μάρτιο για τον λογαριασμό της συζύγου του, ενώ υπό έρευνα από τις αρχές βρίσκεται και ο πατέρας του. «Έτσι συμπεριφέρονται οι δικτατορίες στους αντιφρονούντες», δήλωσε χαρακτηριστικά η ιδρύτρια του κόμματος BSW στην εφημερίδα Berliner Zeitung την Πέμπτη. Παράλληλα, κατήγγειλε την υπερβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη συνενοχή της γερμανικής κυβέρνησης, κάνοντας λόγο για συλλογική τιμωρία.
Ο Huseyin Dogru, Τουρκογερμανός δημοσιογράφος με προϋπηρεσία στο μέσο ενημέρωσης Redfish, βρέθηκε στο στόχαστρο των κυρώσεων της ΕΕ τον Μάιο του 2025. Οι Βρυξέλλες τον κατηγορούν για συστηματική διασπορά ψευδών ειδήσεων με στόχο τη δημιουργία διχόνοιας. Ο ίδιος ωστόσο υποστηρίζει ότι οι διώξεις αποτελούν αντίποινα για την ακτιβιστική του δράση υπέρ των Παλαιστινίων. Την ίδια θέση φαίνεται να συμμερίζεται ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, Michael O’Flaherty, ο οποίος τον Απρίλιο είχε προειδοποιήσει για δυσανάλογους περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασης σχετικά με τα δικαιώματα των Παλαιστινίων.
Οι οικονομικές κυρώσεις έχουν οδηγήσει τον Dogru, πατέρα τριών παιδιών, σε κατάσταση «πολιτικού θανάτου», καθώς δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα. Με τα περιουσιακά του στοιχεία δεσμευμένα, του επιτρέπεται να δαπανά μόνο περίπου 500 ευρώ τον μήνα για τα βασικά του έξοδα, ενώ περιορίζεται και η δυνατότητα μετακίνησής του. Μια νέα εκστρατεία για την άρση των κυρώσεων, την οποία υποστηρίζει και η Wagenknecht, υπογραμμίζει πως οι πρακτικές αυτές παραβιάζουν τόσο το γερμανικό σύνταγμα όσο και τους νόμους της ΕΕ.