Ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, διατηρεί μια ρευστή κατάσταση ανακωχής μετά τις απειλές του κατά του Ιράν, το Πακιστάν εμφανίζεται πλέον ως ο καταλληλότερος δίαυλος επικοινωνίας για την αποκλιμάκωση της κρίσης. Η συζήτηση για το ποιος μπορεί να διαδραματίσει τον ρόλο του διαμεσολαβητή έχει μετατοπιστεί από το παραδοσιακό Ομάν στο Ισλαμαμπάντ, το οποίο επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά αυτόν τον κομβικό ρόλο.
Η Τεχεράνη παραμένει επιφυλακτική, καθώς στο παρελθόν οι διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση Trump οδήγησαν μόνο σε περαιτέρω κλιμάκωση. Ο πρόεδρος του ιρανικού Κοινοβουλίου, Mohammad Bagher Ghalibaf, έχει καταγγείλει επανειλημμένα ότι η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί τις αναφορές περί διαλόγου για να χειραγωγήσει τις αγορές πετρελαίου, με στόχο τη μείωση των τιμών. Παρά την αβεβαιότητα, το Πακιστάν διαθέτει μοναδικά πλεονεκτήματα: είναι το μόνο μουσουλμανικό πυρηνικό κράτος και διατηρεί ανοιχτούς διαύλους τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με το Ιράν.
Για το Ισλαμαμπάντ, η διαμεσολάβηση δεν είναι μόνο ζήτημα ασφάλειας αλλά και μια ευκαιρία να αποδείξει την αυτονομία της εξωτερικής του πολιτικής, διαφοροποιούμενο από την ιστορική του εξάρτηση από τη Δύση. Την ίδια στιγμή, η Τουρκία παραμένει ένας ισχυρός παίκτης, με άμεσο συμφέρον να αποτρέψει την αποσταθεροποίηση στα σύνορά της, ενώ η Αίγυπτος παρακολουθεί τις εξελίξεις με ανησυχία για τη λειτουργία της Διώρυγας του Σουέζ, η οποία αποτελεί κρίσιμη πηγή εσόδων για την οικονομία της.
Το ερώτημα που παραμένει είναι αν το Πακιστάν θα καταφέρει να μετατρέψει την εμπιστοσύνη των δύο πλευρών σε μια βιώσιμη ειρηνευτική συμφωνία, ή αν ο διάλογος θα παραμείνει απλώς ένα επικοινωνιακό παιχνίδι τακτικής. Σε ένα περιβάλλον όπου η παραδοσιακή μεσολαβητική διπλωματία του Ομάν έχει χάσει την αποκλειστικότητά της, η ανάδειξη νέων δρώντων όπως το Πακιστάν υπογραμμίζει την ανάγκη για έναν νέο, πιο αποτελεσματικό μηχανισμό διαχείρισης της κρίσης στη Μέση Ανατολή.