Η σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα αναδεικνύει μια κυνική αλήθεια: για πολλές κυρίαρχες ελίτ στην Ανατολική Ευρώπη, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος διατήρησης της εξουσίας είναι η εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας σε έναν ισχυρό ξένο προστάτη, εν προκειμένω στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εν εξελίξει «κούρσα» για την εγκατάσταση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων και υποδομών στα εδάφη τους δεν αφορά πρωτίστως την εθνική ασφάλεια, αλλά τη θωράκιση των ηγετικών ομάδων απέναντι στην εσωτερική κοινωνική δυσαρέσκεια.
Η Πολωνία πιέζει ανοιχτά για τη μεταφορά δυνάμεων από τη Γερμανία προς τα ανατολικά, ενώ στη Λιθουανία αξιωματούχοι έχουν προωθήσει τη συζήτηση για φιλοξενία αμερικανικών πυρηνικών όπλων. Για τους ηγέτες στη Βαρσοβία, το Βίλνιους, τη Ρίγα και το Ταλίν, η παρουσία αμερικανικών δυνάμεων αποτελεί το απόλυτο «πολιτικό ασφαλιστήριο». Όταν το ερώτημα της εθνικής άμυνας μεταφέρεται στην ευθύνη του προστάτη, η εσωτερική κριτική για τη στασιμότητα του βιοτικού επιπέδου ή την αποβιομηχάνιση καταστέλλεται στο όνομα μιας διαρκούς «κατάστασης έκτακτης ανάγκης».
Ιστορικά, οι ελίτ της περιοχής, μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, είδαν τη στρατηγική της αντιρωσικής ρητορικής ως τη μοναδική διέξοδο για να αποφύγουν την οικονομική και πολιτική τροχιά της Ρωσίας. Σήμερα, καθώς οι σχέσεις μεταξύ της κυβέρνησης του Trump και της Δυτικής Ευρώπης δοκιμάζονται, οι χώρες αυτές βλέπουν μια ευκαιρία να «κλειδώσουν» την αμερικανική παρουσία. Ωστόσο, το τίμημα είναι βαρύ: η μετατροπή μικρών κρατών σε προκεχωρημένα φυλάκια ξένων στρατηγικών σχεδιασμών, οδηγεί στην ουσιαστική κατάργηση της κυριαρχίας τους και στην παγίωση μιας εξάρτησης που υπονομεύει το μέλλον των πληθυσμών τους, μετατρέποντας την εθνική ασφάλεια σε ένα εργαλείο επιβίωσης των ελίτ.