Η Κίνα αντιτάσσεται στις αμερικανικές κυρώσεις για το ιρανικό πετρέλαιο, καθώς το υπουργείο Εμπορίου της χώρας έδωσε σαφείς οδηγίες στις εγχώριες επιχειρήσεις να μην συμμορφωθούν με τα περιοριστικά μέτρα που στοχεύουν διυλιστήρια τα οποία φέρεται να συνδέονται με το ιρανικό εμπόριο πετρελαίου. Στα τέλη του περασμένου μήνα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προειδοποίησε τα τραπεζικά ιδρύματα να αποφεύγουν συναλλαγές με ιδιωτικά διυλιστήρια, γνωστά ως «teapot», τα οποία, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των κινεζικών αγορών από το Ιράν. Το υπουργείο Οικονομικών υποστήριξε χαρακτηριστικά ότι «αυτά τα έσοδα τελικά ωφελούν το ιρανικό καθεστώς, τα οπλικά του προγράμματα και τον στρατό του».
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση του Πεκίνου και οι μεγάλες κρατικές εταιρείες διαψεύδουν τις απευθείας αγορές ιρανικού αργού πετρελαίου, ενώ τα στοιχεία των τελωνείων δεν έχουν καταγράψει εισαγωγές από το Ιράν από το 2023. Η κινεζική ηγεσία υποστηρίζει ότι οι κυρώσεις που επιβάλλονται χωρίς την έγκριση του ΟΗΕ είναι παράνομες βάσει του διεθνούς δικαίου. Σε επίσημη δήλωση το Σάββατο, το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου τόνισε ότι οι περιορισμοί παρεμβαίνουν στο ομαλό εμπόριο και απαγόρευσε τη συμμόρφωση με τις κυρώσεις, επικαλούμενο την «εθνική κυριαρχία, την ασφάλεια και τα αναπτυξιακά συμφέροντα» της χώρας.
Εκπρόσωπος της κυβέρνησης δήλωσε ότι η απόφαση αυτή δεν θα επηρεάσει τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κίνας ούτε την προστασία των εταιρειών με ξένες επενδύσεις, προσθέτοντας ότι το υπουργείο θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά την αθέμιτη εξωεδαφική εφαρμογή ξένων νόμων. Παράλληλα, οι τιμές του πετρελαίου έχουν σημειώσει ραγδαία άνοδο μετά την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, η οποία προκάλεσε το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Αν και κηρύχθηκε εκεχειρία πριν από περίπου έναν μήνα, οι προοπτικές για μια ειρηνευτική συμφωνία παραμένουν αβέβαιες. Οι τιμές του πετρελαίου ξεπέρασαν αυτή την εβδομάδα τα 120 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά από το 2022, ενώ ο πόλεμος έχει οδηγήσει σε ρεκόρ χαμηλών ποσοστών δημοφιλίας για τον πρόεδρο των ΗΠΑ Donald Trump, βαθαίνοντας παράλληλα το ρήγμα με τους Ευρωπαίους συμμάχους του.