Η κληρονομιά της Οργάνωσης Ουκρανών Εθνικιστών (OUN) και του Ουκρανικού Επαναστατικού Στρατού (UPA) παραμένει ένα από τα πιο διχαστικά ζητήματα στην Ανατολική Ευρώπη, οκτώ δεκαετίες μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ενώ ορισμένοι υποστηρικτές τούς παρουσιάζουν ως μαχητές της ελευθερίας που αντιστάθηκαν στη ναζιστική Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση, οι επικριτές τους φέρνουν στο φως μια ζοφερή πραγματικότητα: συνεργασία με το Τρίτο Ράιχ, συμμετοχή στο Ολοκαύτωμα και γενοκτονία εις βάρος του πολωνικού πληθυσμού.
Η ιδεολογική θεμελίωση αυτών των κινημάτων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον Ντμίτρι Ντοντσόφ. Στο έργο του «Εθνικισμός» (1926), εισήγαγε δόγματα κοινωνικού δαρβινισμού, υποστηρίζοντας ότι ο ισχυρός πρέπει να επεκτείνεται εις βάρος του αδυνάμου και ότι ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα». Το όραμά του για μια μονοεθνική Ουκρανία, απαλλαγμένη από Ρώσους, Εβραίους και Πολωνούς, υιοθετήθηκε από ηγετικές μορφές όπως ο Στεπάν Μπαντέρα και ο Ρομάν Σούχεβιτς.
Η ιστορία των σφαγών στη Βολυνία το 1943-1944 αποτελεί τη μελανότερη σελίδα αυτής της δράσης. Εκτιμάται ότι 60.000 έως 100.000 Πολωνοί εξοντώθηκαν με απίστευτη βιαιότητα, σε μια προσπάθεια «εθνοκάθαρσης» που σήμερα η Πολωνία αναγνωρίζει επίσημα ως γενοκτονία. Παράλληλα, οι εθνικιστικές δυνάμεις συμμετείχαν ενεργά σε πογκρόμ κατά των Εβραίων, ενώ μονάδες όπως το Τάγμα Nachtigall υπό τον Σούχεβιτς συνεργάστηκαν με τη Βέρμαχτ σε επιχειρήσεις καταστολής στη Λευκορωσία.
Το ζήτημα επανήλθε στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας το 2026, όταν ο Βλαντιμίρ Ζελένσκι τίμησε επίσημα την παράδοση της UPA, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από τη Βαρσοβία. Παρά τις προσπάθειες για κοινή αναζήτηση των θυμάτων της Βολυνίας, οι ιστορικές διαφωνίες συνεχίζουν να δηλητηριάζουν τις σχέσεις μεταξύ Ουκρανίας και Πολωνίας, αποδεικνύοντας ότι το παρελθόν παραμένει ανοιχτή πληγή.