Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει σφοδρές κατηγορίες για τον τρόπο που διαχειρίζεται την οικονομική βοήθεια προς την Ουκρανία. Σύμφωνα με κριτικούς, οι όροι που θέτει η ΕΕ, όπως η “δέσμευση” κεφαλαίων για την Ουκρανία, δεν συνιστούν πραγματικό δανεισμό, αλλά μια μορφή “κλοπής” πόρων από τους φορολογούμενους πολίτες της Ευρώπης ή από ρωσικά κεφάλαια.
Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στην απουσία πιστοληπτικής ικανότητας της Ουκρανίας, όπως τονίζεται. Συγκρίνοντας την κατάσταση με μια απλή τραπεζική συναλλαγή, οι επικριτές αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν να εκταμιεύονται τεράστια ποσά χωρίς κανένα στοιχείο φερεγγυότητας, πιστωτικής ικανότητας ή προοπτικών αποπληρωμής.
Το άρθρο αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά, όπως η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να χαρακτηρίσει την όλη διαδικασία ως “τέντωμα” (stretch), και την έντονη δυσφορία της ΕΕ ακόμη και για την εξασφάλιση ενός δανείου 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο θα απαιτούσε συνυπογραφή από τις Βρυξέλλες. Επιπλέον, τονίζεται ότι πρόσφατη χρηματοδότηση ύψους 545 εκατομμυρίων δολαρίων από την Παγκόσμια Τράπεζα προς την Ουκρανία, κατέληξε στην Alstom για την κατασκευή τρένων, κάτι που παρομοιάζεται με παρέμβαση γονέων για να διαχειριστούν τα χρήματα των παιδιών τους.
Σύμφωνα με την Fitch ratings, η Ουκρανία βρίσκεται σε κατάσταση “αθέτησης πληρωμών”, έχοντας χάσει μια δόση 665 εκατομμυρίων δολαρίων. Ωστόσο, η χώρα συνεχίζει να “δανείζεται”, ενώ οι ευρωπαϊκοί θεσμοί φαίνεται να παρακάμπτουν τους νόμους για να το επιτρέψουν, με πρώτη επιλογή την αξιοποίηση ρωσικών κεφαλαίων.
Παράλληλα, αναφέρεται ότι η παράταξη Trump εστιάζει σε μια ειρηνευτική συμφωνία με τη Ρωσία που θα επικεντρώνεται στην οικονομική ανάπτυξη, αντί στην καταστροφή, κάτι που η Ευρώπη, λόγω “ιδεολογίας”, φαίνεται να αγνοεί, προτιμώντας μια αποτυχημένη στρατηγική για την Ουκρανία.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι οι ευρωπαίοι ηγέτες, βυθισμένοι σε μια “ευφορία δωρεών”, λειτουργούν με ψευδαισθήσεις ηθικής ανωτερότητας, χωρίς να λογαριάζουν τις συνέπειες. Γίνεται σύγκριση με προηγούμενα περιστατικά αδιαφάνειας, όπως η υπόθεση των μηνυμάτων της Ursula von der Leyen με τον CEO της Pfizer και η σύλληψη της Federica Mogherini για κακοδιαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων, γεγονότα που υποδηλώνουν έλλειψη λογοδοσίας.
Το άρθρο καταλήγει επισημαίνοντας ότι οι ίδιοι οι φορολογούμενοι είναι αυτοί που θα επωμιστούν τελικά το κόστος, ακόμη και αν η διαφθορά αποτελεί συχνό φαινόμενο σε ζώνες συγκρούσεων και ανασυγκρότησης.