Μια ομάδα 30 Δημοκρατικών μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων στις Ηνωμένες Πολιτείες απηύθυνε επίσημο αίτημα προς την κυβέρνηση του Προέδρου Donald Trump, ζητώντας να δοθούν στη δημοσιότητα πληροφορίες σχετικά με το πυρηνικό οπλοστάσιο του Ισραήλ και τις σχετικές πολιτικές. Οι νομοθέτες υποστηρίζουν ότι η έλλειψη διαφάνειας απειλεί την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Το Ισραήλ δεν έχει επιβεβαιώσει ούτε διαψεύσει την κατοχή πυρηνικών όπλων, ενώ δεν έχει παρουσιάσει ποτέ δημόσια κάποιο δόγμα που να περιγράφει τη χρήση τους ή τις λεγόμενες «κόκκινες γραμμές».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες γνωρίζουν για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ισραήλ τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, έχουν επιλέξει να τηρούν σιγή ιχθύος. Σε επιστολή τους προς τον Υπουργό Εξωτερικών Marco Rubio, οι βουλευτές, με επικεφαλής τον Joaquin Castro, επισημαίνουν ότι η Ουάσιγκτον συνεργάζεται στενά με μια χώρα της οποίας το πυρηνικό πρόγραμμα επίσημα αρνείται να αναγνωρίσει. «Οι κίνδυνοι εσφαλμένων υπολογισμών, κλιμάκωσης και χρήσης πυρηνικών σε αυτό το περιβάλλον δεν είναι θεωρητικοί», αναφέρει χαρακτηριστικά η επιστολή.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI), το Ισραήλ πιστεύεται ότι διαθέτει μεταξύ 80 και 90 πυρηνικών όπλων, συμπεριλαμβανομένων βομβών και κεφαλών βαλλιστικών πυραύλων. Το ιστορικό του προγράμματος ξεκινά από το 1952, με τη δημιουργία της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας του Ισραήλ, ενώ το κέντρο ερευνών στη Dimona φέρεται να σχεδιάστηκε για την παραγωγή πλουτωνίου. Παρά τις πολυάριθμες αποκαλύψεις και τις απόρρητες αναφορές που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας, η αμερικανική εξωτερική πολιτική παραμένει προσηλωμένη στην αποφυγή δημοσιοποίησης του θέματος, υπό τον φόβο ότι η επιβεβαίωση της ισραηλινής πυρηνικής ισχύος θα μπορούσε να υπονομεύσει τη Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων.