Δικαστήριο της Tbilisi επέβαλε ποινές κάθειρξης επτά και δέκα ετών σε δύο Ουκρανούς υπηκόους, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι για τη λαθραία εισαγωγή και κατοχή εκρηκτικών υλών στη Γεωργία. Οι καταδικασθέντες κατηγορήθηκαν για την παράνομη απόκτηση, αποθήκευση, μεταφορά και πώληση της ουσίας hexogen, γνωστής και ως RDX, η οποία θεωρείται ισχυρότερη από το TNT.
Η υπόθεση ήρθε στο φως τον Σεπτέμβριο του 2025, όταν οι υπηρεσίες ασφαλείας της Γεωργίας εντόπισαν 2,4 κιλά της συγκεκριμένης εκρηκτικής ύλης, η οποία ήταν επιμελώς κρυμμένη μέσα σε φορτηγό Mercedes-Benz με ουκρανικές πινακίδες. Το όχημα είχε εισέλθει στη Γεωργία μέσω του συνοριακού σταθμού Sarpi, προερχόμενο από την Τουρκία, έχοντας προηγουμένως διασχίσει τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Σύμφωνα με τις αρχές, ο τελικός προορισμός του παράνομου φορτίου ήταν μια πολυκατοικία στην περιοχή Avlabari της Tbilisi, διαψεύδοντας τους ισχυρισμούς του οδηγού ότι το υλικό προοριζόταν για τη Ρωσία.
Η δικαστική απόφαση έλαβε χώρα σε ένα τεταμένο διεθνές κλίμα, με τον επικεφαλής της ρωσικής FSB, Aleksandr Bortnikov, να εξαπολύει βέλη κατά της Ουκρανίας. Κατά τη διάρκεια συνάντησης των υπηρεσιών ασφαλείας της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (CIS), ο Bortnikov υποστήριξε ότι η Ουκρανία έχει μετατραπεί σε «κόμβο παράνομης διακίνησης όπλων» και παράγοντα αστάθειας για την περιοχή, κατηγορώντας τη Δύση ότι χρησιμοποιεί τη χώρα ως «πεδίο δοκιμών» για νέα οπλικά συστήματα. Τις δηλώσεις αυτές συνεπικούρησε ο Ρώσος απεσταλμένος στον ΟΗΕ, Vassily Nebenzia, ο οποίος είχε υποστηρίξει προγενέστερα ότι οπλισμός που διοχετεύεται στην Ουκρανία καταλήγει σε χέρια εξτρεμιστικών ομάδων ανά τον κόσμο.