Η Αρμενία, ένα μικρό κράτος στον Καύκασο με ισχυρούς οικονομικούς και ιστορικούς δεσμούς με τη Ρωσία, βρίσκεται ενώπιον μιας κρίσιμης εκλογικής αναμέτρησης. Ο πρωθυπουργός Νικόλ Πασινιάν, ο οποίος ανήλθε στην εξουσία μετά τις μαζικές διαδηλώσεις του 2018, διεκδικεί νέα λαϊκή εντολή, προβάλλοντας το όραμα της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και κατηγορώντας τους αντιπάλους του ότι λειτουργούν ως πράκτορες της Μόσχας.
Η χώρα, με πληθυσμό περίπου 3 εκατομμυρίων κατοίκων, βρίσκεται σε μια ευαίσθητη γεωγραφική θέση, συνορεύοντας με το Ιράν, την Τουρκία, το Αζερμπαϊτζάν και τη Γεωργία. Παρά την επιθυμία της κυβέρνησης Πασινιάν να απομακρυνθεί από την επιρροή του Κρεμλίνου, η Ρωσία παραμένει ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Αρμενίας, παρέχοντας ενέργεια και προνομιακή πρόσβαση στην αγορά της. Η ρήξη στις σχέσεις με το Αζερμπαϊτζάν, με αποκορύφωμα την απώλεια του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, έχει επιφέρει έντονη κοινωνική πόλωση, με την αντιπολίτευση να καταλογίζει στον πρωθυπουργό ανεπάρκεια στη διαχείριση της εθνικής κυριαρχίας.
Στον εκλογικό στίβο, το κόμμα Συμβόλαιο των Πολιτών του Πασινιάν αντιμετωπίζει μια διασπασμένη αντιπολίτευση, στην οποία ξεχωρίζουν τρεις δυνάμεις: η συμμαχία Ισχυρή Αρμενία, συνδεδεμένη με τον επιχειρηματία Σαμβέλ Καραπετιάν, η Συμμαχία Αρμενία του πρώην προέδρου Ρόμπερτ Κοτσαριάν και το κόμμα Ευημερούσα Αρμενία του Γκαγκίκ Τσαρουκιάν. Όλοι οι παραπάνω υποστηρίζουν τη διατήρηση φιλικών σχέσεων με τη Ρωσία. Ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχουν ανακοινώσει πακέτο στήριξης 50 εκατομμυρίων ευρώ προς την Αρμενία, η Μόσχα προειδοποιεί ότι η στροφή προς τη Δύση ενδέχεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.