Η εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά έχει υποστεί ζημιές που αγγίζουν τα 17 δισεκατομμύρια ευρώ, με τη συνολική της κεφαλαιοποίηση να υποχωρεί στα 140,061 δισεκατομμύρια ευρώ από 157,126 δισεκατομμύρια ευρώ πριν την έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων. Ο βασικός χρηματιστηριακός δείκτης καταγράφει απώλειες 11,12%, ενώ ο τραπεζικός δείκτης παρουσιάζει πτώση 14,16% από την έναρξη των εχθροπραξιών.
Παρά το πτωτικό κλίμα, μερικές μετοχές υψηλής κεφαλαιοποίησης δείχνουν αντοχή, όπως αυτές της ΕΥΔΑΠ (+12,24%), των ΕΛΠΕ (+12,24%) και της Motor Oil (+1,47%). Αντίθετα, σημαντικές απώλειες κατέγραψαν οι τίτλοι των Elvalhalcor (-26,27%), Viohalco (-23,57%), Eurobank (-18,37%), Alpha Bank (-17,85%), Τιτάν (-17,14%), Πειραιώς (-16,53%), Lamda Development (-15,02%), Aegean Airlines (-15,01%), Optima Bank (-14,52%), ΟΠΑΠ (-13,92%) και Κύπρου (-12,10%). Ακολουθούν οι μετοχές των Coca Cola HBC (-9,76%), ΔΑΑ (-9,70%), ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ (-8,54%), Jumbo (-8,22%), Metlen (-7,88%), Εθνικής (-7,51%), ΔΕΗ (-7,41%), ΟΤΕ (-6,46%), Σαράντης (-5,60%), Aktor (-5,41%) και ΟΛΠ (-4,24%).
Οι αγορές, συμπεριλαμβανομένης της εγχώριας, φαίνεται να έχουν περάσει από την απλή τιμολόγηση των γεγονότων στην εκτίμηση της διάρκειάς τους. Η εικόνα δεν προμηνύει ιδιαίτερα θετικές εξελίξεις όσον αφορά τον χρονικό ορίζοντα λήξης των εχθροπραξιών, με άμεσες επιπτώσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, το ενεργειακό κόστος και τον πληθωρισμό. Το πετρέλαιο έχει ήδη ενσωματώσει τους φόβους, και οι μετοχές έχουν διορθώσει σημαντικά από τα πρόσφατα ιστορικά υψηλά, χωρίς όμως να έχουν εισέλθει σε bear market.
Η Eurobank Equities εκτιμά ότι η πτώση του Γενικού Δείκτη από την έναρξη του πολέμου αντανακλά απομόχλευση θέσεων και όχι θεμελιώδη επανατιμολόγηση, ανοίγοντας έτσι ευκαιρίες για σταδιακή επανατοποθέτηση. Εντοπίζει ως μεγαλύτερους ωφελημένους τα διυλιστήρια HelleniQ και Motor Oil (λόγω ενισχυμένων crack spreads σε diesel και αεροπορικά καύσιμα), τη ΔΕΗ (ως καθαρός ωφελημένος από υψηλότερες τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας, με κύριο κίνδυνο μια πιθανή ρυθμιστική παρέμβαση) και τη Metlen. Αντίθετα, η Aegean και άλλες εταιρείες τουρισμού δέχονται έντονες πιέσεις λόγω της άμεσης έκθεσης στο κόστος καυσίμων και του κινδύνου ελαστικότητας της ζήτησης στον τουρισμό. Οι τράπεζες, ενώ κερδίζουν από τα υψηλότερα έσοδα τόκων, πιέζονται από το αυξημένο κόστος κινδύνου λόγω της μακροοικονομικής αβεβαιότητας.
Σύμφωνα με την Axia-Alpha Finance, η διάρκεια της σύγκρουσης θα καθορίσει άμεσα τον αντίκτυπο στο Χρηματιστήριο Αθηνών, σημειώνοντας ότι η επίδραση του πολέμου είναι, προς το παρόν, περιορισμένη. Αναγνωρίζει ως μετοχές με «αμυντικά» χαρακτηριστικά τους τίτλους των ΟΤΕ, ΟΠΑΠ, Jumbo, ΓΕΚ Τέρνα, Cenergy, ΑΔΜΗΕ και ΕΥΔΑΠ. Η Optima Research τονίζει ότι το βασικό ζητούμενο παραμένει η διάρκεια και η ένταση της κρίσης, καθορίζοντας αν οι επιπτώσεις θα παραμείνουν διαχειρίσιμες ή θα μετατραπούν σε ουσιαστικό αναπτυξιακό εμπόδιο για το 2026.
Η Ελλάδα, ως καθαρός εισαγωγέας ενεργειακών αγαθών, επιβαρύνεται από κάθε αύξηση στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, επηρεάζοντας αρνητικά το εμπορικό ισοζύγιο και περιορίζοντας την αναπτυξιακή δυναμική. Σύμφωνα με την Optima Research, κάθε αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολάρια ανά βαρέλι επηρεάζει αρνητικά το ελληνικό ΑΕΠ κατά 0,15%. Η Bank of America, αν και τοποθετεί το Χρηματιστήριο Αθηνών στις πιο ελκυστικές αγορές της περιοχής EEMEA, επισημαίνει ότι η κλιμάκωση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή δημιουργεί αβεβαιότητα για τη διάθεση για ρίσκο των διεθνών επενδυτών. Αντίθετα, η JP Morgan υποβαθμίζει το ελληνικό χρηματιστήριο από “overweight” σε “neutral” λόγω της δημοφιλίας των ελληνικών μετοχών, ιδίως των τραπεζών, στα χαρτοφυλάκια διεθνών επενδυτών, αυξάνοντας τον κίνδυνο απότομων εκροών κεφαλαίων.
Η ελληνική οικονομία, σύμφωνα με εκθέσεις διεθνών οίκων, παρουσιάζεται ανθεκτική παρά τις γεωπολιτικές πιέσεις. Η Fitch προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 2,1% για το 2026-2027, ενώ η Goldman Sachs τονίζει την ανθεκτικότητα της οικονομίας σε ενεργειακά σοκ, με την εμπειρία του 2022 να υποδεικνύει λιγότερη έκθεση σε κρίσεις τιμών ενέργειας σε σχέση με άλλες χώρες της ευρωζώνης. Η DBRS διατηρεί την εκτίμησή της για ανάπτυξη 2% το 2026, με οριακή αναθεώρηση προς τα κάτω για το 2027 στο 1,8%.
Οι ελληνικές τράπεζες, παρά το διεθνές περιβάλλον αβεβαιότητας, διατηρούν θετικές προοπτικές, με τη Deutsche Bank να αναβαθμίζει τις τιμές-στόχους τους. Οι αποτιμήσεις τους κρίνονται ελκυστικές, διαπραγματευόμενες χαμηλότερα από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές. Η NBG Securities επισημαίνει ισχυρή κερδοφορία και ανθεκτικότητα, ενώ ο οίκος αξιολόγησης Moody’s προβλέπει σταθερές προοπτικές, στηριζόμενες από τις ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες και την πιστωτική επέκταση. Η Fitch εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες θα αντέξουν τυχόν βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις χάρη στους ισχυρούς ισολογισμούς τους.