Συνεχίζεται η τάση για χαμηλότερες τιμές στο τυπικό καλάθι του νοικοκυριού στα ελληνικά σούπερ μάρκετ, σε σύγκριση με επτά ακόμη ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Γερμανία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία. Ωστόσο, η Ελλάδα καταγράφει τη δεύτερη υψηλότερη επιβάρυνση από τον ΦΠΑ μεταξύ των εξεταζόμενων χωρών. Αυτά τα συμπεράσματα προκύπτουν από την επαναλαμβανόμενη έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ).
Η έκθεση του ΙΕΛΚΑ παρουσιάζει αποτελέσματα από τη σύγκριση τιμών σε ένα τυπικό καλάθι προϊόντων του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων (σούπερ μάρκετ) στην Ελλάδα, τον Ιανουάριο του 2026, με αντίστοιχα στην Γαλλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ισπανία, στην Ιταλία, στην Πορτογαλία, στη Γερμανία, στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία. Η σύγκριση πραγματοποιείται τόσο με όσο και χωρίς την αξία του ΦΠΑ, ο οποίος διαφέρει σε κάθε χώρα.
Για την ανάλυση, συγκρίθηκαν τιμές σε συνολικά 40 κατηγορίες προϊόντων. Η έρευνα βασίστηκε σε δείγμα άνω των 6.000 τιμών προϊόντων και 48 διαφορετικών αλυσίδων σούπερ μάρκετ στις οκτώ χώρες, προκειμένου να υπολογιστούν οι μέσες τιμές. Τα στοιχεία προέρχονται από έγκυρα site σύγκρισης τιμών, καθώς και από απευθείας τιμοληψίες σε αλυσίδες σούπερ μάρκετ, περιλαμβάνοντας τελικές τιμές τόσο επώνυμων προϊόντων όσο και προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας.
Η σύγκριση των μέσων τιμών των καλαθιών δείχνει ότι οι υπόλοιπες χώρες έχουν σημαντικά ακριβότερο μέσο καλάθι από την Ελλάδα. Συγκεκριμένα, η Γερμανία είναι 35% ακριβότερη, η Γαλλία 34%, το Ηνωμένο Βασίλειο 23%, η Ιταλία 14%, η Ισπανία 12%, η Ρουμανία 17%, η Πορτογαλία 5% και η Βουλγαρία 7%.
Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει όταν αφαιρείται ο αναλογούντων ΦΠΑ ανά χώρα, αποκαλύπτοντας τις πραγματικές τιμές των προϊόντων. Σε αυτή την περίπτωση, και οι επτά χώρες έχουν πιο ακριβό μέσο καλάθι από την Ελλάδα: η Γερμανία και η Γαλλία κατά 43%, το Ηνωμένο Βασίλειο κατά 31%, η Ιταλία κατά 14%, η Ισπανία κατά 12%, η Πορτογαλία κατά 5% και η Ρουμανία κατά 17%. Η Βουλγαρία είναι φθηνότερη κατά 3%. Η διαφορά αυτή οφείλεται στον ΦΠΑ που εφαρμόζεται σε τρόφιμα και ποτά. Στην Ελλάδα, ο αντίστοιχος ΦΠΑ είναι 13%. Αντιθέτως, στις άλλες χώρες, ο ΦΠΑ είναι σημαντικά χαμηλότερος (0% έως 10%), με κάποιες εξαιρέσεις όπως η Βουλγαρία με 20%.
Το παράδειγμα του Νωπού Μοσχαριού αναδεικνύει την επίδραση του ΦΠΑ. Η Ελλάδα έχει μία από τις χαμηλότερες τιμές, αλλά παράλληλα τον δεύτερο υψηλότερο ΦΠΑ για το συγκεκριμένο προϊόν, καθώς υπάγεται στον μεσαίο συντελεστή. Συνολικά, ο μέσος συντελεστής ΦΠΑ για το καλάθι των 40 κατηγοριών στην Ελλάδα είναι 15,6%, ενώ στην Ισπανία είναι μόλις 7,0%.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι το οργανωμένο ελληνικό λιανεμπόριο τροφίμων προσφέρει στους καταναλωτές χαμηλότερες τιμές για το τυπικό τους καλάθι, αποτέλεσμα της προσπάθειας συγκράτησης των τιμών τα τελευταία χρόνια. Αυτή η τάση, με μικρές διακυμάνσεις, είναι διαχρονική τα τελευταία 12 χρόνια.
Η έρευνα επισημαίνει ότι πολλοί παράγοντες επηρεάζουν τις συγκρίσεις τιμών μεταξύ χωρών, όπως οι συντελεστές ΦΠΑ, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης, η φορολογία, η παραγωγή, οι καταναλωτικές συνήθειες, οι κλιματικές συνθήκες, το κόστος ενέργειας και μεταφορών, το μισθολογικό κόστος, η γεωγραφία, το μέγεθος της αγοράς, η αγοραστική δύναμη, η αναλογία οργανωμένου λιανεμπορίου, το ισοζύγιο εξαγωγών-εισαγωγών, τα κόστη παραγωγής και η εποχικότητα.
Τα δεδομένα τιμών προέρχονται από παρατηρητήρια τιμών και συμπληρώνονται με τιμοληψίες από μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Οι κατηγορίες προϊόντων επιλέχθηκαν με βάση τις πωλήσεις, τη συγκρισιμότητα με καλάθια του εξωτερικού και την κοινή διαθεσιμότητα στις αγορές.