Τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη της επίθεσης κατά του Ιράν, η αγορά καυσίμων δέχεται ισχυρό πλήγμα, με τα διυλιστήρια να ανακοινώνουν σημαντικές αυξήσεις στις τιμές. Συγκεκριμένα, η διυλιστηριακή τιμή της αμόλυβδης βενζίνης αυξάνεται κατά 50%, ενώ το πετρέλαιο κίνησης καταγράφει άνοδο 75%. Η τέταρτη εβδομάδα του πολέμου βρίσκει το βαρέλι πετρελαίου να διαπραγματεύεται στα 112 δολάρια, ενώ οι εμπλεκόμενες χώρες αναζητούν τρόπους να ανακόψουν το ράλι των τιμών, που αποτελεί το μεγαλύτερο από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Ειδικότερα για την Ελλάδα, για πρώτη φορά στην ιστορία, η χονδρική τιμή του πετρελαίου κίνησης ξεπερνά την αντίστοιχη της αμόλυβδης. Από 1,26 ευρώ, η τιμή του πετρελαίου κίνησης έφτασε τα 1,56 ευρώ, ενώ η αμόλυβδη από 1,09 ευρώ έφτασε τα 1,53 ευρώ. Αυτό μεταφράζεται σε επιπλέον 27 λεπτά ανά λίτρο για την αμόλυβδη και 47 λεπτά για το πετρέλαιο κίνησης.
Η άνοδος αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς η τιμή του πετρελαίου κίνησης στη λιανική αναμένεται να ξεπεράσει την αμόλυβδη, όπως συνέβη για τελευταία φορά το 2022. Δεδομένου ότι το πετρέλαιο είναι κυρίως επαγγελματικό καύσιμο, η αύξηση της τιμής του αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά τις τιμές εκατοντάδων προϊόντων.
Οι ανατιμήσεις στις τιμές λιανικής είναι καθημερινές και δυστυχώς, σύμφωνα με τα τρέχοντα δεδομένα, αναμένεται να συνεχιστούν και την επόμενη εβδομάδα. Η αμόλυβδη, από 1,75 ευρώ, αναμένεται να φτάσει τα 2,10 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση περίπου 35 λεπτών ανά λίτρο. Αντίστοιχα, το πετρέλαιο κίνησης από 1,57 ευρώ θα αυξηθεί στα 2,13 ευρώ.
Η Ελλάδα καταναλώνει περίπου τρία δισεκατομμύρια λίτρα πετρελαίου κίνησης ετησίως, που αντιστοιχεί σε περίπου οκτώ εκατομμύρια λίτρα ημερησίως. Μια αύξηση, όπως αυτή, σημαίνει ότι για ένα ντεπόζιτο 50 λίτρων, απαιτούνται πλέον 28 ευρώ περισσότερα σε σχέση με πριν την έναρξη του πολέμου. Η συνολική ημερήσια επιβάρυνση για την ελληνική οικονομία, η οποία επιβαρύνει τους καταναλωτές, ανέρχεται σε 4,5 εκατομμύρια ευρώ.