Ο δείκτης S&P 500, που αποτελεί βαρόμετρο της αμερικανικής χρηματιστηριακής αγοράς, αναμένεται να αποφέρει μόλις 3% ετησίως τα επόμενα δέκα χρόνια, σύμφωνα με τον Rob Arnott, ιδρυτή και πρόεδρο της Research Affiliates. Αυτό το απαισιόδοξο σενάριο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις εξαιρετικές αποδόσεις που έχουν καταγραφεί από το 2016, φτάνοντας κατά μέσο όρο το 15,5% ετησίως.
Ο Arnott, γνωστός για την ανάπτυξη της στρατηγικής “fundamental indexing”, η οποία σταθμίζει τις μετοχές βάσει του μεγέθους τους στην οικονομία και όχι της κεφαλαιοποίησής τους, εξηγεί ότι οι εντυπωσιακές αυτές αποδόσεις οφείλονταν κυρίως σε ασυνήθιστα υψηλή αύξηση των κερδών και επέκταση των αποτιμήσεων (PE ratios). Τα κέρδη ανά μετοχή (EPS) αυξήθηκαν με ρυθμό άνω του 11% ετησίως, ενώ ο δείκτης S&P 500 πολλαπλασίασε την αποτίμησή του περίπου κατά ένα πέμπτο, φτάνοντας από χαμηλές τιμές της δεκαετίας του ’20 σε περίπου 27,5 σήμερα.
Ωστόσο, η υπεραπόδοση αυτή, σύμφωνα με τον Arnott, έχει “κρυμμένους κινδύνους” για το μέλλον. Ξεκινώντας από τόσο υψηλά σημεία, τόσο στα κέρδη όσο και στις αποτιμήσεις, αναμένεται να μειωθούν οι μελλοντικές αποδόσεις. Η ιδέα ότι οι αποδόσεις των προηγούμενων δέκα ετών μπορούν να επαναληφθούν, χαρακτηρίζεται ως “φαντασίωση”, καθώς τα PEs δεν μπορούν να αυξάνονται επ’ άπειρον και τα κέρδη δεν μπορούν να ξεπερνούν την οικονομία διαρκώς.
Στο απαισιόδοξο αυτό σενάριο, η μερισματική απόδοση ανέρχεται πλέον μόλις στο 1,2%, ενώ τα κέρδη αναμένεται να αυξάνονται με ρυθμό 5,3% ετησίως, δηλαδή λιγότερο από το μισό του ρυθμού της περιόδου 2016-2026. Το μεγάλο πλήγμα, όμως, θα προέλθει από τη συρρίκνωση των αποτιμήσεων, οι οποίες προβλέπεται να μειωθούν κατά 3,4 μονάδες ετησίως, φτάνοντας περίπου το 17 έως το 2036. Αυτό θα επαναφέρει τον δείκτη S&P 500 σε επίπεδα αντίστοιχα με αυτά που επικρατούσαν πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Συνολικά, ο Arnott προβλέπει ότι ο S&P 500 θα προσφέρει συνολικές ετήσιες αποδόσεις 3,1%, δηλαδή ένα πέμπτο των αποδόσεων της προηγούμενης δεκαετίας, και μόλις μία ποσοστιαία μονάδα πάνω από τον προβλεπόμενο πληθωρισμό 2,4%.
Ο Arnott εστιάζει ιδιαίτερα στην απόδοση των μετοχών “Mag 7” (Apple, Microsoft, Alphabet, Amazon, Nvidia, Meta, Tesla) και άλλων “high-flyers”, οι οποίες πιστεύει ότι έχουν “τραβήξει” τις μεγάλες αποδόσεις στο παρελθόν και προτείνει την αποφυγή τους. Επιπλέον, προβλέπει ότι οι αξίες (value stocks) στις αναπτυγμένες αγορές εκτός ΗΠΑ θα προσφέρουν 7,4% ετησίως, ενώ οι μετοχές αξίας στις αναδυόμενες αγορές θα φτάσουν το 7,6%. Η συμβουλή του είναι να αποφεύγονται οι αμερικανικές μετοχές και οι μετοχές ανάπτυξης (growth stocks) παγκοσμίως.
Η ανάλυση του Arnott, αν και αντικρούει την επικρατούσα άποψη της Wall Street και την εντυπωσιακή πορεία του S&P 500 την τελευταία δεκαετία, βασίζεται σε στέρεες μαθηματικές αρχές, τονίζοντας τη σημασία της επιστροφής στον μέσο όρο (reversion to the mean).