Σε μια συναρπαστική μελέτη για την ιστορία του σύγχρονου κόσμου, η ακαδημαϊκός και ειδικός στη νυχτερινή διασκέδαση Imogen Willetts εξετάζει τα τελευταία 500 χρόνια του πολιτισμού μέσα από το πρίσμα της νυχτερινής ζωής. Στο βιβλίο της «Up All Night», η Willetts επιχειρεί να αποτυπώσει την αίσθηση της μεγάλης εξόδου, εστιάζοντας σε ένα φαινόμενο που ο κοινωνιολόγος Émile Durkheim είχε ονομάσει το 1912 «συλλογική αναζωογόνηση». Όπως εξηγεί η ίδια, αυτή η συλλογική εμπειρία ενώνει ανθρώπους σε διαφορετικές εποχές, είτε πρόκειται για τον χορό σε αρχαία φυλετικά τελετουργικά, είτε για το τραγούδι σε ένα κατάμεστο στάδιο.
Το έργο δεν αποτελεί μια στεγνή ακαδημαϊκή καταγραφή, αλλά ένα ζωντανό μείγμα ιστορικής έρευνας, κριτικής θεωρίας και αναφορών στην ποπ κουλτούρα. Η Willetts υποστηρίζει ότι η νυχτερινή ζωή, πέρα από τη φαινομενικά επιφανειακή της διάσταση, λειτουργεί ως πεδίο καινοτομίας, τέχνης, έρωτα, ακόμα και πολιτικής επανάστασης, από το Tokyo και το Παρίσι μέχρι τη Σαγκάη, το Βερολίνο και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Βερολίνο της εποχής Weimar, το οποίο η συγγραφέας θεωρεί πως έχει παρερμηνευτεί από τη μνήμη του μιούζικαλ Cabaret. Εκεί ξεχωρίζει η φιγούρα της χορεύτριας Anita Berber, η οποία το 1922 σόκαρε το κοινό με τις περφόρμανς της και το περίφημο «ελιξίριο πρωινού» της. Παράλληλα, το βιβλίο περιηγείται σε κομβικές στιγμές της νυχτερινής διασκέδασης, όπως η άφιξη της ντίσκο, η δόξα του Studio 54 και η επιρροή της jazz με μορφές όπως ο Buddy Bolden.
Ωστόσο, η Willetts εντοπίζει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: κάθε νέα σκηνή γεννιέται από καλλιτέχνες και περιθωριακούς, για να ακμάσει και τελικά να σβήσει λόγω της εμπορευματοποίησης ή της καταστολής. Κοιτάζοντας το παρόν, η συγγραφέας εμφανίζεται επικριτική απέναντι στην επίδραση των smartphone στη διασκέδαση, εκτιμώντας ότι ο φόβος της έκθεσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει περιορίσει τον αυθορμητισμό. Παρά την απαισιοδοξία για την τρέχουσα «κρίση» της νυχτερινής διασκέδασης, το βιβλίο κλείνει με μια ενθαρρυντική προτροπή: η συλλογική εμπειρία της διασκέδασης είναι αναντικατάστατη και δεν μπορεί να μεταφερθεί ποτέ πίσω από μια οθόνη.