Η πρόσφατη κινηματογραφική μεταφορά του εμβληματικού μυθιστορήματος «Ανεμοδαρμένα Ύψη» (Wuthering Heights) από την Emerald Fennell έχει πυροδοτήσει έντονες συζητήσεις, ιδιαίτερα στους κόλπους των ακαδημαϊκών και των λάτρεων της κλασικής λογοτεχνίας. Μια ομάδα έξι καθηγητών αγγλικής γλώσσας, ηλικίας 30 έως 54 ετών, εξέφρασαν τις αντιδράσεις τους, επισημαίνοντας τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά στοιχεία της ταινίας, καθώς και τις αποκλίσεις από το πρωτότυπο έργο.
Οι αντιδράσεις επικεντρώθηκαν κυρίως στην οπτική αρτιότητα της ταινίας, με πολλούς να επαινούν τις «απολαυστικά σοκαριστικές» εικόνες και τις αντιθέσεις μεταξύ των πολυτελών κοστουμιών και του άγριου τοπίου των βάλτων. Η μουσική της Charlie XCX χαρακτηρίστηκε ως ιδανική για την ανάδειξη της ατμόσφαιρας του έργου και του πνεύματος του βιβλίου. Ωστόσο, ενώ οι ερωτικές σκηνές προκάλεσαν γενικά θετικές εντυπώσεις, θεωρήθηκαν ότι μείωσαν την ουσία του συναισθηματικού πάθους και της σύνδεσης, παρακάμπτοντας την τραγικότητα που χαρακτηρίζει το πρωτότυπο.
Ένα από τα κύρια σημεία κριτικής ήταν η μεταμόρφωση της Nellie (που στο βιβλίο είναι η αμφισβητούμενη αφηγήτρια) σε έναν «conniving villain» (εγκληματία/πονηρή κακεντρέχεια), καθώς και η παράλειψη των υπερφυσικών στοιχείων του βιβλίου. Η προσπάθεια συνένωσης των χαρακτήρων του Heathcliff και του Hareton Earnshaw κρίθηκε ως επιτυχημένη για να τονιστεί η συμπόνια προς τον δεύτερο, ωστόσο, η αλλαγή στην πορεία του Heathcliff προς την «απαίσια φύση» του αμφισβητήθηκε ως ασυνεπής. Αντίθετα, η συνένωση των χαρακτήρων Earnshaw και Hindley κρίθηκε ως λογική.
Άλλοι αναγνώστες, όπως η Júlia Fachinetti (25 ετών), η οποία διάβασε το βιβλίο μετά την ανακοίνωση της μεταφοράς με την Margot Robbie, δήλωσε πως η ταινία διατήρησε την ουσία των μη συμπαθητικών χαρακτήρων του βιβλίου. Ωστόσο, τόνισε ότι η αφήγηση της Nellie, ως αναξιόπιστης αφηγήτριας, δεν αποδίδεται σωστά στην ταινία, κάτι που θεωρεί δικαιολογημένο λόγω των αλλαγών στην πλοκή.
Η Rachel Mountney (48 ετών) εξέφρασε την άποψη ότι τα φανταχτερά κοστούμια και τα σκηνικά αφαίρεσαν από την ένταση των χαρακτήρων και των τοποθεσιών, θεωρώντας ότι η ταινία θα μπορούσε να είναι «απόλυτα σκοτεινή, ζοφερή και συγκινητική» χωρίς την παρεμβολή ενός «21ου αιώνα spotlight».
Η Cassidy Ellis Salter (34 ετών) από το Λονδίνο, η οποία προηγουμένως απέφευγε το βιβλίο λόγω της φήμης του, βρήκε την ταινία «μάλλον φτωχή», επισημαίνοντας την έλλειψη χημείας μεταξύ Cathy και Heathcliff και βαρεθείσα από τις ερωτικές σκηνές και τη μουσική.
Η Melanie Downs (Toowoomba, Αυστραλία) περιέγραψε την Emerald Fennell ως «visceral director» (σκηνοθέτιδα που απευθύνεται στα ένστικτα), δηλώνοντας ότι αν η ταινία αντιμετωπίζεται ως «gothic romance» (γοτθική ρομάντζο) μπορεί να είναι απολαυστική, αλλά ως «English literature nerd and teacher» (λάτρης και δασκάλα αγγλικής λογοτεχνίας) λυπάται που οι θεατές θα νομίζουν ότι είδαν το «Wuthering Heights».
Η Richelle Buckingham (58 ετών) από το Newcastle, που διάβασε το βιβλίο ως έφηβη, εξέφρασε απογοήτευση για την υπερβολική έμφαση στα κοστούμια και τον «unsusbale symbolism» (ανάγωγο συμβολισμό), ενώ η Margot Robbie κρίθηκε ως υπερβολικά «Hollywood» για το ρόλο.
Τέλος, ο Gerard O’Doherty (62 ετών) από το Clevedon, North Somerset, επεσήμανε ότι η ταινία, παρά τις αλλαγές, κατάφερε να αποτυπώσει την «brooding quality» (μελαγχολική ποιότητα) του Heathcliff, αν και η «blond Catherine» (ξανθιά Catherine) θεωρήθηκε «heresy» (βλασφημία). Αν και η ταινία προκάλεσε την επιθυμία για επανεξέταση του βιβλίου, για κάποιους παρέμεινε μια «series of music videos» (σειρά από μουσικά βίντεο) αντί για συνεκτική αφήγηση.