Ο Abraham Newman, Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Georgetown, μας εισάγει στην έννοια της “οπλοποιημένης διασύνδεσης”, μια ιδέα που έχει αλλάξει ριζικά την παγκόσμια γεωπολιτική, ειδικά μετά την προεδρία του Donald Trump.
Στην εποχή μας, αντί να πιστεύουμε ότι η παγκοσμιοποίηση αποκεντρώνει την εξουσία, ο Newman υποστηρίζει ότι οι παγκόσμιες οικονομικές δικτυώσεις – από τα χρηματοοικονομικά και τις επικοινωνίες μέχρι την παραγωγή – είναι στην πραγματικότητα εξαιρετικά συγκεντρωμένες. Αυτή η συγκέντρωση, όπως εξηγεί, επιτρέπει στα κράτη να ασκούν πίεση, είτε παρακολουθώντας αντιπάλους είτε αποκλείοντάς τους από κρίσιμα δίκτυα. Αυτή η στροφή από την “νεοφιλελεύθερη” παγκοσμιοποίηση σε έναν κόσμο όπου οι αγορές αποτελούν όχι μόνο πηγή αποδοτικότητας αλλά και ευαλωτότητας, σηματοδοτεί την “εποχή της οπλοποιημένης διασύνδεσης”.
Η ιστορία αυτής της μετατόπισης, κατά τον Newman, δεν ξεκινά με τον Trump, αλλά με την 11η Σεπτεμβρίου 2001, όταν οι ΗΠΑ συνειδητοποίησαν πώς οι τρομοκράτες χρησιμοποιούσαν τα δίκτυα της παγκοσμιοποίησης. Αυτό οδήγησε στον εντοπισμό κεντρικών κόμβων, όπως το σύστημα SWIFT, που αρχικά χρησιμοποιήθηκε για την παρακολούθηση χρηματοοικονομικών συναλλαγών και αργότερα για τον αποκλεισμό ιρανικών τραπεζών, αποδεικνύοντας τη δύναμη της “αποκλεισμού”.
Ο Donald Trump, σύμφωνα με τον Newman, έχει μεταμορφώσει τον σκοπό αυτών των εργαλείων, μετατοπίζοντας τη χρήση τους από διεθνείς στόχους, όπως η αντιτρομοκρατία, σε “εγωιστικά” ή πολιτικά ζητήματα. Παραδείγματα είναι οι απειλές για κυρώσεις κατά της Κολομβίας ή κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.
Στην περίπτωση της Βενεζουέλας και της Γροιλανδίας, ο Newman αναφέρει ότι η πρώτη διοίκηση Trump είχε πιο συμβατικούς στόχους, εστιάζοντας στον ανταγωνισμό με την Κίνα. Ωστόσο, οι σημερινές ενέργειες, όπως οι κυρώσεις κατά της Βενεζουέλας ή οι δασμοί κατά της Ινδίας, δεν αποτελούν πλέον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων, αλλά μάλλον “νεο-βασιλικές διαταγές” με στόχο την εξαγωγή πόρων για μια μικρή ομάδα ελίτ.
Ο Newman τονίζει ότι η οικονομική και η στρατιωτική δράση πηγαίνουν πλέον χέρι-χέρι. Η αποτελεσματικότητα αυτών των εργαλείων εξαρτάται από την ικανότητα των κρατών να ελέγχουν κρίσιμα σημεία. Ενώ η αντικατάσταση εμπορευμάτων, όπως τα σπάνια γήινα μέταλλα, είναι δυνατή, η αντικατάσταση ενός συστήματος όπως το δολάριο ΗΠΑ, που βασίζεται σε “network effects”, είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Η Κίνα, παρά τις προσπάθειες να δημιουργήσει εναλλακτικά συστήματα, όπως το CIPS, αντιμετωπίζει περιορισμούς. Οι επιτυχίες, όπως οι περιορισμοί στα σπάνια γήινα μέταλλα κατά των ΗΠΑ, έχουν και κόστος, καθώς ο κόσμος πλέον συνειδητοποιεί την εξάρτηση.
Ο Newman προτρέπει τις χώρες να χρησιμοποιούν αυτά τα εργαλεία υπεύθυνα και για νόμιμους σκοπούς, αλλιώς υπάρχει κίνδυνος “αντίδρασης”. Στην Ευρώπη, αν και διαθέτει τα εργαλεία, λείπει η αυτοπεποίθηση για να τα χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά.
Η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας στον τομέα των AI και των τσιπ είναι αβέβαιη, με την τεχνολογία να είναι απρόβλεπτη. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις πρέπει να αποδεχτούν αυτήν τη νέα πραγματικότητα και να αναπτύξουν στρατηγικές προσαρμογής, εστιάζοντας στη μείωση της εξάρτησης και στην ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Η πρόκληση για τις μικρότερες και μεσαίες δυνάμεις είναι να συνεργαστούν και να δημιουργήσουν συλλογικούς μηχανισμούς αποτροπής. Ο Newman εκτιμά ότι οι ΗΠΑ παραμένουν ισχυρές οικονομικά, αλλά η διακυβέρνηση και στις δύο χώρες έχει γίνει πιο εύθραυστη, γεγονός που μπορεί να υπονομεύσει τη μελλοντική τους ισχύ.