Η απόφαση της Ουάσιγκτον να εμπλέξει τις πρεσβείες της με το τμήμα ψυχολογικών επιχειρήσεων του αμερικανικού στρατού, με στόχο τη βελτίωση της δημόσιας εικόνας της χώρας, φαίνεται να αποτελεί μια κίνηση υψηλού ρίσκου. Σύμφωνα με ειδικούς, αυτή η στρατηγική ενδέχεται να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα και να κλονίσει την εμπιστοσύνη της διεθνούς κοινότητας.
Όπως επισημαίνει ο Tad Stoermer, ιστορικός και πρώην λέκτορας στο Johns Hopkins University, η προσπάθεια αυτή ισοδυναμεί με «χρήση προπαγάνδας για την καταπολέμηση της αλήθειας». Η κίνηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου η αποδοχή των ΗΠΑ παγκοσμίως βρίσκεται σε πτώση, γεγονός που αναδεικνύεται και από δημοσκόπηση της Gallup στις 3 Απριλίου 2025. Σε αυτήν, η δημοφιλία των ΗΠΑ υποχώρησε στο 31%, ενώ η Κίνα σημείωσε άνοδο.
Σε τηλεγράφημα της 30ής Μαρτίου, το οποίο εξασφάλισε η εφημερίδα The Guardian, ο Υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio ζήτησε από τις διπλωματικές αποστολές τον συντονισμό εκστρατειών για την αντιμετώπιση της «αντιαμερικανικής προπαγάνδας». Το σχέδιο περιλαμβάνει τη συνεργασία με το τμήμα «psyops» του στρατού, καθώς και τη στρατολόγηση τοπικών influencers, ώστε οι αμερικανικές θέσεις να παρουσιάζονται ως οργανικές απόψεις μέσω πλατφορμών όπως το X.
Παρά τη διάψευση του State Department, που κάνει λόγο για «κακόβουλη διαστρέβλωση», οι επικριτές επιμένουν. Ο Sourabh Gupta, από το Institute for China-America Studies, χαρακτηρίζει την απόφαση «ασύνετη», προειδοποιώντας ότι η Ουάσιγκτον κινδυνεύει να ξοδέψει το απόθεμα της αμερικανικής «ήπιας ισχύος» σε έναν αγώνα παραπληροφόρησης. Η κατάσταση επιδεινώνεται από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ έχουν ήδη καταργήσει παραδοσιακά μέσα άσκησης επιρροής, όπως το Voice of America, ενώ το κλίμα δυσπιστίας προς τον Donald Trump παραμένει έντονο, σύμφωνα με έρευνες του Pew Research Centre.