Η Palantir, ο κολοσσός της τεχνολογίας επιτήρησης, επανήλθε στο προσκήνιο με τη δημοσίευση ενός μανιφέστου 22 σημείων, το οποίο καλεί για μια «νέα εποχή» στρατιωτικής υπεροχής των ΗΠΑ μέσω της τεχνητής νοημοσύνης. Το κείμενο, που αναρτήθηκε στο X, ξεπερνά τα όρια μιας τυπικής επιχειρηματικής δήλωσης, υποστηρίζοντας ότι η Silicon Valley έχει καθήκον να συμμετέχει στην εθνική άμυνα και ότι η «σκληρή ισχύς» του 21ου αιώνα θα στηρίζεται πλέον στο λογισμικό.
Η εταιρεία, που ιδρύθηκε το 2003 από τον Peter Thiel και τον Alex Karp με αρχική υποστήριξη από την CIA μέσω της In-Q-Tel, εξυπηρετεί σήμερα τον στρατό και τις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ, της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και άλλων κρατών. Το λογισμικό της, όπως το Gotham, χρησιμοποιείται για τη σύνθεση δεδομένων, τον εντοπισμό στόχων και την αστυνόμευση, προκαλώντας συζητήσεις για τα όρια της ιδιωτικότητας και της λογοδοσίας.
Το μανιφέστο, το οποίο βασίζεται στο βιβλίο του Alex Karp «Η Τεχνολογική Δημοκρατία» (The Technological Republic), θέτει αξιώσεις που έχουν προκαλέσει σφοδρή κριτική. Μεταξύ άλλων, ζητά την αναθεώρηση της μεταπολεμικής στάσης της Γερμανίας και της Ιαπωνίας, υποστηρίζοντας πως η ειρήνη επιβάλλεται μέσω της ισχύος. Πολιτικοί αναλυτές, όπως ο Donald Moynihan, έκαναν λόγο για ένα όραμα που στερείται δημοκρατικής λογοδοσίας, ενώ ο Γάλλος επιχειρηματίας Arnaud Bertrand σχολίασε ότι το κείμενο αποτελεί ένδειξη της επιρροής που ασκεί μια ιδιωτική εταιρεία στην εξωτερική πολιτική.
Με την αποτίμηση της Palantir να αγγίζει τα 352 δισεκατομμύρια δολάρια, οι θέσεις του Alex Karp –που αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτικός αλλά όχι woke» τεχνο-εθνικιστής– εκλαμβάνονται από πολλούς ως μια προσπάθεια ευθυγράμμισης με τη νέα πολιτική πραγματικότητα στις ΗΠΑ και τον Πρόεδρο Donald Trump. Το μανιφέστο δεν αποτελεί απλώς μια επιχειρηματική στρατηγική, αλλά μια πρόκληση για το μέλλον της παγκόσμιας ασφάλειας και του ρόλου της τεχνολογίας στη διακυβέρνηση.