Η αναζήτηση για μια νέα πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, η οποία σύμφωνα με τις εξαγγελίες του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Donald Trump θα είναι «πολύ καλύτερη» από την αρχική συμφωνία του 2015, βρίσκεται στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων. Ο Αμερικανός Πρόεδρος, ο οποίος είχε αποσύρει τις ΗΠΑ από το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA) το 2018, επιδιώκει πλέον πιο αυστηρούς όρους, σε μια περίοδο που η περιοχή παραμένει συγκλονισμένη από τον πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ και Ιράν.

Η αρχική συμφωνία του 2015 αποτέλεσε προϊόν διετών διαπραγματεύσεων και επέβαλε περιορισμούς στον εμπλουτισμό ουρανίου, επιτρέποντας παράλληλα εξονυχιστικούς ελέγχους από τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (IAEA). Ωστόσο, μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ και την πολιτική «μέγιστης πίεσης» που άσκησε ο Donald Trump, το Ιράν άρχισε σταδιακά να παραβιάζει τα συμφωνηθέντα όρια. Σήμερα, η Τεχεράνη έχει αυξήσει σημαντικά τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου της, προκαλώντας την έντονη ανησυχία της Ουάσιγκτον και του Ισραήλ.
Οι τρέχουσες απαιτήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι ιδιαίτερα σκληρές, ζητώντας τον μηδενισμό του εμπλουτισμού ουρανίου, τον περιορισμό του προγράμματος βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν και τον τερματισμό της υποστήριξης προς τις ένοπλες ομάδες στη Λίβανο, την Υεμένη και το Ιράκ. Από την πλευρά του, ο Ιρανός Πρόεδρος Masoud Pezeshkian δηλώνει ότι το Ιράν δεν προτίθεται να απεμπολήσει τα πυρηνικά του δικαιώματα.
Παρά την ένταση, αναλυτές όπως ο Andreas Krieg του King’s College στο Λονδίνο, επισημαίνουν ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο για διαπραγμάτευση, υπό την προϋπόθεση ότι και οι δύο πλευρές θα υποχωρήσουν από τις ακραίες θέσεις τους. Οι οικονομικές κυρώσεις και η πρόσβαση σε δεσμευμένα κεφάλαια αναμένεται να αποτελέσουν το κεντρικό διακύβευμα στις επερχόμενες συνομιλίες, καθώς η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη.