Η ιρανική κυβέρνηση προχωρά στη σταδιακή επέκταση μιας λίστας ατόμων και φορέων που δικαιούνται περιορισμένη πρόσβαση στο διαδίκτυο, μια κίνηση που υπογραμμίζει τον ψηφιακό αποκλεισμό για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των 90 εκατομμυρίων κατοίκων κατά τη διάρκεια του πολέμου με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, όταν έπεσαν οι πρώτες βόμβες στο κέντρο της Τεχεράνης, επιβλήθηκε σχεδόν ολικός αποκλεισμός του διαδικτύου, μειώνοντας τη συνδεσιμότητα στο 2% των προπολεμικών επιπέδων.
Η φράση-κλειδί «περιορισμένη πρόσβαση στο διαδίκτυο» αναδεικνύει την τρέχουσα κατάσταση στη χώρα, όπου η οικονομία έχει υποστεί ζημίες δισεκατομμυρίων δολαρίων λόγω του ψηφιακού «σκοταδιού» που διαρκεί πάνω από 1.200 ώρες. Σε αυτό το περιβάλλον, το κράτος εισάγει την υπηρεσία Internet Pro, μια περιορισμένη και μετρημένη σύνδεση για επιλεγμένους επαγγελματίες, ακαδημαϊκούς και επιχειρήσεις. Η υπηρεσία αυτή διατίθεται μέσω τριών κρατικών εταιρειών τηλεπικοινωνιών, απαιτώντας αυστηρή ταυτοποίηση των αιτούντων.
Το σύστημα αυτό λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις «λευκές κάρτες SIM», που παραχωρούνται σε αξιωματούχους και πιστούς υποστηρικτές του καθεστώτος. Παρά την απόπειρα της κρατικής υπηρεσίας ειδήσεων ISNA να παρουσιάσει το Internet Pro ως αναγκαίο εργαλείο για την επαγγελματική σταθερότητα, η κοινωνική δυσαρέσκεια κλιμακώνεται. Πολλοί πολίτες, μέσω τοπικών τεχνολογικών ιστοσελίδων όπως το Zoomit, καταγγέλλουν την απώλεια θέσεων εργασίας και την αδυναμία συντήρησης κρίσιμων υποδομών ασφαλείας.
Την ίδια στιγμή, η μάχη μεταξύ των κυβερνητικών λογοκριτών και των χρηστών που αναζητούν τρόπους παράκαμψης των περιορισμών εντείνεται. Οι ιρανικές αρχές φέρονται να αναπτύσσουν μια κεντρική αρχιτεκτονική διαδικτύου μέσω της τεχνικής εθνικού NAT, με στόχο τον απόλυτο έλεγχο της κίνησης. Παρά τις προσπάθειες αυτές, οι πολίτες εκφράζουν την αγανάκτησή τους, τονίζοντας ότι η πρόσβαση στο ελεύθερο διαδίκτυο αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα και πως η επιλεκτική παροχή του δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ελευθερίας, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη μαύρη αγορά ψηφιακών συνδέσεων.