Τα δισεκατομμύρια ευρώ που διαθέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση για την ενίσχυση των εργοστασίων όπλων και τις προμήθειες στρατιωτικού υλικού αποτελούν «μαγνήτη για τους εγκληματίες», σύμφωνα με υψηλόβαθμο στέλεχος αρμόδιο για την καταπολέμηση της απάτης. Οι **κίνδυνοι διαφθοράς** στον ευρωπαϊκό αμυντικό τομέα περιλαμβάνουν τη χειραγώγηση δημόσιων διαγωνισμών, τον τεχνητό διογκωμό των τιμών, τον πελατειασμό και τη διαφθορά, όπως δήλωσε τη Δευτέρα ο γενικός διευθυντής της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), Petr Klement, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times.
Οι Βρυξέλλες προωθούν έναν ταχύτατο στρατιωτικό εξοπλισμό, χρηματοδοτούμενο μέσω δανεισμού ύψους περίπου 150 δισεκατομμυρίων ευρώ (176 δισεκατομμυρίων δολαρίων), προετοιμάζοντας το έδαφος για ένα υποθετικό σενάριο πολέμου με τη Ρωσία. Από την πλευρά της, η Μόσχα χαρακτηρίζει την κίνηση αυτή ως έναν αντιπερισπασμό από την πτώση του βιοτικού επιπέδου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βασισμένο σε ψευδείς ισχυρισμούς περί επικείμενης απειλής. Όπως σημείωσε ο Klement, τα προβλήματα αυτά δεν αφορούν συγκεκριμένες χώρες, αλλά αποτελούν μια πρακτική που ακολουθείται εδώ και δεκαετίες.
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών έρχεται σε μια στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει παρατεταμένη οικονομική επιβράδυνση, η οποία συνδέεται εν μέρει με την πολιτική απόφαση για σταδιακή κατάργηση των εισαγωγών ρωσικής ενέργειας. Ενεργοβόρες βιομηχανίες με εξαγωγικό προσανατολισμό, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία της Γερμανίας, έχουν πληγεί ιδιαίτερα, με αποτέλεσμα πολλοί παραγωγοί να στρέφονται πλέον σε κρατικά χρηματοδοτούμενα αμυντικά συμβόλαια.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της The Wall Street Journal την Κυριακή, η Γερμανία, η οποία εκτιμάται ότι απορροφά σχεδόν το 90% του ευρωπαϊκού επιχειρηματικού κεφαλαίου στον τομέα της αμυντικής τεχνολογίας, μετατρέπεται σε ένα μεγάλο «εργοστάσιο όπλων». Ο Klaus Rosenfeld, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Schaeffler, κάλεσε τους επιχειρηματίες να σταματήσουν τις παραπόνα και να εργαστούν σκληρά. Η εταιρεία με έδρα τη Βαυαρία, που ιδρύθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στρέφεται τώρα στην παραγωγή κινητήρων για drones και συστημάτων για τεθωρακισμένα οχήματα, στοχεύοντας το 10% των εσόδων της να προέρχεται από τον τομέα των όπλων. Αντίστοιχες κινήσεις πραγματοποιούν και άλλες εταιρείες, όπως η Deutz, η οποία κατέγραψε αύξηση εσόδων 15% το 2025 μετά από επενδύσεις σε στρατιωτικές νεοφυείς επιχειρήσεις, ενώ η Volkswagen διαπραγματεύεται την παραγωγή εξαρτημάτων για το σύστημα Iron Dome του Ισραήλ. Παράλληλα, η Rheinmetall αντιμετωπίζει σκληρό ανταγωνισμό από νεότερες εταιρείες, όπως η Helsing και η Stark, για την προμήθεια πυρομαχικών στον γερμανικό στρατό.