Η Αυστραλία και η Ιαπωνία προχώρησαν στην υπογραφή συμβολαίων για τη ναυπήγηση των τριών πρώτων από τα συνολικά 11 πολεμικά πλοία, στο πλαίσιο μιας εμβληματικής αμυντικής συμφωνίας ύψους 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η ιστορική αυτή αμυντική συμφωνία αποτελεί ένα ακόμη δείγμα της εμβάθυνσης των σχέσεων μεταξύ των δύο στενών συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, εν μέσω κοινών ανησυχιών για την άνοδο της Κίνας.
Οι υπογραφές για τα φρεγάτες κλάσης Mogami ανταλλάχθηκαν στη Μελβούρνη το Σάββατο 18 Απριλίου 2026, από τον Αυστραλό υπουργό Άμυνας Richard Marles και τον Ιάπωνα ομόλογό του Koizumi Shinjiro. Το «Μνημόνιο Mogami» δεσμεύει τις δύο χώρες για ενίσχυση των στρατιωτικών τους δεσμών, συμπεριλαμβανομένης της στενότερης βιομηχανικής συνεργασίας στον αμυντικό τομέα. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η ιαπωνική εταιρεία Mitsubishi Heavy Industries θα κατασκευάσει τρία από τα πλοία stealth στον νομό Nagasaki, ενώ η αυστραλιανή Austal θα ναυπηγήσει τα υπόλοιπα οκτώ στη Δυτική Αυστραλία. Το πρώτο ιαπωνικής κατασκευής σκάφος αναμένεται να παραδοθεί το 2029 και να ενταχθεί σε υπηρεσία το 2030.
Ο Richard Marles δήλωσε πως ο στόλος επιφανείας είναι πλέον πιο σημαντικός από ποτέ, υπογραμμίζοντας ότι οι εν λόγω φρεγάτες γενικής χρήσης θα συμβάλουν στη διασφάλιση των θαλάσσιων εμπορικών οδών και των βόρειων προσβάσεων της χώρας. Από την πλευρά του, ο Koizumi Shinjiro τόνισε ότι ο στενότερος αμυντικός συντονισμός καθίσταται επιτακτικός λόγω του ολοένα και πιο δυσμενούς περιβάλλοντος ασφαλείας που αντιμετωπίζουν οι δύο χώρες.
Η απόφαση για την ανάθεση του έργου στη Mitsubishi Heavy Industries ήρθε μετά από μια ανταγωνιστική διαδικασία επιλογής, στην οποία συμμετείχε και η γερμανική Thyssenkrupp. Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη αναθεώρηση της αμυντικής στρατηγικής της Αυστραλίας, η οποία έχει δεσμευτεί για δαπάνες ύψους 305 δισεκατομμυρίων δολαρίων την επόμενη δεκαετία, στοχεύοντας στην ενίσχυση της ναυτικής της ισχύος σε επίπεδα που δεν έχουν καταγραφεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στόχος της κυβέρνησης είναι η αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 3% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) έως το 2033.