Η ανάγκη για διαφάνεια στην επιλογή χειρουργού καθίσταται επιτακτική, καθώς οι Αμερικανοί καταναλωτές διαθέτουν σήμερα περισσότερα στοιχεία για την επιλογή ενός εστιατορίου παρά για μια κρίσιμη χειρουργική επέμβαση. Ενώ πολλοί ερευνούν εξονυχιστικά τις κριτικές σε πλατφόρμες όπως το Google και το Yelp για ασήμαντες αγορές, στερούνται την ίδια επιμέλειας όταν πρόκειται για την υγεία τους. Συνήθως βασίζονται σε παραπομπές από προσωπικούς ιατρούς ή προτάσεις φίλων, οι οποίες, αν και καλοπροαίρετες, συχνά δεν στηρίζονται σε αντικειμενικά μετρικά στοιχεία απόδοσης.
Η έρευνα αποδεικνύει σταθερά ότι τα αποτελέσματα των ίδιων επεμβάσεων παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις μεταξύ διαφορετικών νοσοκομείων, ακόμη και μεταξύ χειρουργών στο ίδιο δίκτυο. Μελέτη του New England Journal of Medicine κατέδειξε ότι σε νοσοκομεία με χαμηλή συχνότητα συγκεκριμένων επεμβάσεων υψηλού κινδύνου, τα ποσοστά θνησιμότητας ήταν έως και 12% υψηλότερα. Αντίστοιχα, οι πιθανότητες επιπλοκών σε επεμβάσεις αντικατάστασης άρθρωσης αυξάνονται κατά 33% σε κλινικές χαμηλού όγκου περιστατικών.
Ο Mathias P. Bostrom, τονίζοντας ότι η εμπειρία είναι καθοριστικός παράγοντας, υπογραμμίζει τρεις ερωτήσεις που κάθε ασθενής πρέπει να θέτει: πόσες φορές έχει πραγματοποιηθεί η επέμβαση τον τελευταίο χρόνο, πώς συγκρίνονται τα αποτελέσματα με τα εθνικά πρότυπα και πώς ενημερώνεται ο ιατρός για τις βέλτιστες πρακτικές. Η διαφάνεια στη δημοσίευση στοιχείων σχετικά με τα ποσοστά επιπλοκών και τις επανεισαγωγές δεν αποτελεί μόνο δικαίωμα του ασθενούς, αλλά και απαραίτητο βήμα για τη βελτίωση του συνόλου του συστήματος υγείας. Οι νοσοκομειακές μονάδες οφείλουν να παρέχουν συγκριτικά δεδομένα, επιτρέποντας στους πολίτες να λαμβάνουν αποφάσεις που θα προστατεύσουν τη ζωή τους.