Η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν, ένθερμη πολέμιος της ιδιωτικοποίησης του συστήματος συμπλήρωσης φορολογικών δηλώσεων, επανέφερε στο προσκήνιο την πρότασή της για την επαναφορά του προγράμματος Direct File της Εφορίας (IRS). Μετά από πολυετή σύγκρουση με μεγάλες φοροτεχνικές εταιρείες, όπως η Intuit (TurboTax) και η H&R Block, οι οποίες κατηγορούνται ότι παρεμπόδιζαν σκόπιμα τους πολίτες από την πρόσβαση σε δωρεάν υπηρεσίες, η Γουόρεν αποκαλύπτει το κόστος αυτής της ιδιωτικοποίησης.
Η Γουόρεν, μέλος της Επιτροπής Τραπεζών, Στέγασης και Αστικών Υποθέσεων της Γερουσίας, έχει κατηγορήσει τις εν λόγω εταιρείες για εκτεταμένες προσπάθειες λόμπινγκ, ξοδεύοντας εκατομμύρια δολάρια για να αποτρέψουν τον εκσυγχρονισμό της Εφορίας και την εφαρμογή νομοσχεδίων που θα επέτρεπαν την προ συμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων. Τονίζει ότι η Intuit και η H&R Block έχουν διαθέσει πάνω από 103 εκατομμύρια δολάρια σε ομοσπονδιακές προσπάθειες λόμπινγκ, αποκλειστικά για να εμποδίσουν την πρόοδο.
«Σε όσους Ρεπουμπλικάνους λένε ότι η συμπλήρωση των φόρων δωρεάν με την Εφορία είναι πολύ δαπανηρή: για μόλις μία ημέρα βομβαρδισμών στο Ιράν, θα μπορούσαμε να πληρώσουμε 20 χρόνια του Direct File», δήλωσε χαρακτηριστικά η Γουόρεν, υπογραμμίζοντας την ειρωνεία του υψηλού κόστους του πολέμου έναντι της κοινωνικής προσφοράς.
Η γερουσιαστής επέρριψε ευθύνες στις εταιρείες αυτές για την ακύρωση του προγράμματος Direct File, τονίζοντας ότι «τους ενοχλεί ότι οι Αμερικανοί μπορούν να συμπληρώνουν τις δηλώσεις τους δωρεάν». Υπενθύμισε ότι το πρόγραμμα Direct File, παρότι βραχύβιο, ήταν εξαιρετικά δημοφιλές. Το 2024, ένα πιλοτικό πρόγραμμα σε 12 πολιτείες προσέλκυσε πάνω από 140.000 άτομα, οι οποίοι διεκδίκησαν πάνω από 90 εκατομμύρια δολάρια σε επιστροφές φόρων και απέφυγαν περίπου 5,6 εκατομμύρια δολάρια σε τέλη. Παρόλα αυτά, η πίεση από τις φοροτεχνικές εταιρείες οδήγησε στην παύση του.
Η Γουόρεν κατέκρινε την αντίδραση των Ρεπουμπλικάνων, λέγοντας: «Αυτό είναι όλο θέμα χρημάτων και εξουσίας. Είναι να επιτρέπουμε στις μεγάλες εταιρείες να δωρίζουν σε πολιτικούς και μετά οι πολιτικοί να επιτρέπουν σε αυτές τις εταιρείες να εξαπατούν τις αμερικανικές οικογένειες».