Τη δημιουργία ενός νέου, πρωτοφανούς μοντέλου συντονισμού, που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα, εγκαινίασαν η Κίνα και το Βιετνάμ με την πρώτη τους στρατηγική διαλόγου “3+3” στη Χαnoi, στις 16 Μαρτίου. Η νέα αυτή προσέγγιση, αντί της παραδοσιακής συνάντησης “2+2” που εστιάζει σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, προσθέτει έναν τρίτο, κρίσιμο πυλώνα: τη δημόσια ασφάλεια.
Αυτή η διεύρυνση της ατζέντας, που καλύπτει πλέον τη στρατιωτική συνεργασία, την αστυνόμευση, την κυβερνοασφάλεια και την εσωτερική σταθερότητα, αντικατοπτρίζει την κοινή αντίληψη Πεκίνου και Χαnoi για τις σύγχρονες απειλές. Κυβερνοέγκλημα, τηλεπικοινωνιακές απάτες, διαδικτυακά τυχερά παιχνίδια και λαθρεμπόριο ναρκωτικών, είναι ζητήματα που διασχίζουν τα σύνορα και καθιστούν την εσωτερική και διεθνή ασφάλεια αλληλένδετες. Στο πλαίσιο αυτό, η συνάντηση επικεντρώθηκε σε πρακτικές συνεργασίες, όπως κοινές προσπάθειες κατά των τηλεπικοινωνιακών απατών, βελτιωμένο συντονισμό στην καταπολέμηση ναρκωτικών, έκδοση φυγάδων και ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων, ενώ δόθηκε έμφαση και στην ανταλλαγή πληροφοριών για την ασφάλεια δεδομένων, τους ενεργειακούς κινδύνους και περιβαλλοντικές ανησυχίες.
Η χρονική συγκυρία για την έναρξη του μηχανισμού “3+3” δεν είναι τυχαία. Η περιφερειακή ατμόσφαιρα χαρακτηρίζεται από εντάσεις, με τις σχέσεις γύρω από την Ταϊβάν να παραμένουν τεταμένες και την Ιαπωνία να υιοθετεί μια πιο δυναμική στάση στην ασφάλεια. Σε αυτό το μεταβαλλόμενο στρατηγικό περιβάλλον, Κίνα και Βιετνάμ επιλέγουν την εμβάθυνση της συνεργασίας, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι, παρά τον ανταγωνισμό, οι γειτονικές χώρες μπορούν να δώσουν προτεραιότητα στη σταθερότητα και τον δομημένο διάλογο.
Για το Βιετνάμ, η διατήρηση μιας ισορροπημένης προσέγγισης αποτελεί θεμέλιο της εξωτερικής του πολιτικής. Η περιγραφή των δεσμών με την Κίνα ως “κορυφαία προτεραιότητα” και “αντικειμενική αναγκαιότητα” από Βιετναμέζους αξιωματούχους, υπογραμμίζει την ανεξαρτησία και τη διαφοροποίηση της εξωτερικής πολιτικής του, αλλά και την πρακτική εκτίμηση της γεωγραφίας και της οικονομίας. Η Κίνα, ως γειτονική χώρα, είναι υπερβολικά σημαντική για να αγνοηθεί ή να αντιμετωπιστεί μετωπικά.
Η σχέση Κίνας-Βιετνάμ λειτουργεί συχνά ως πειραματικό μοντέλο για την ευρύτερη προσέγγιση της Κίνας στη Νοτιοανατολική Ασία. Ο μηχανισμός “3+3” ξεπερνά τα όρια των δύο χωρών, προβάλλοντας ένα μοντέλο διαλόγου που ενισχύει την συνεργασία, ακόμα και εν μέσω διαφορών, όπως αυτές στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Η συνάντηση συνέδεσε την διμερή συνεργασία με ευρύτερα πλαίσια, όπως η συνεργασία Κίνας-ASEAN, η πρωτοβουλία Lancang-Mekong, ακόμη και οι BRICS, υποδεικνύοντας μια πολυεπίπεδη προσέγγιση.
Η ενσωμάτωση της δημόσιας ασφάλειας στην ατζέντα αγγίζει και την πολιτική σταθερότητα, καθώς και οι δύο χώρες δίνουν έμφαση στη διατήρηση της εσωτερικής τάξης και την αντίσταση σε εξωτερικές πιέσεις. Ο διάλογος παρέχει μια πλατφόρμα για την ευθυγράμμιση αυτών των ανησυχιών. Παρότι οι διμερείς σχέσεις έχουν περάσει και από περιόδους τριβών, όπως ο πόλεμος του 1979 και οι εντάσεις στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, οι δύο χώρες έχουν μάθει να διαχειρίζονται τις διαφορές τους, ώστε να μην επηρεάζουν το σύνολο της σχέσης. Η οικονομική συνεργασία, με την Κίνα ως μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Βιετνάμ, λειτουργεί ως σταθεροποιητικός παράγοντας.
Ο νέος μηχανισμός “3+3” θεσμοθετεί τον συντονισμό σε ένα ευρύτερο φάσμα θεμάτων, οικοδομεί συνήθειες επικοινωνίας και μειώνει τον κίνδυνο παρεξηγήσεων, ειδικά σε ένα τεταμένο περιφερειακό περιβάλλον. Θέτει επίσης ένα προηγούμενο, που ενδεχομένως να επηρεάσει άλλες χώρες στην σκέψη τους για την συνεργασία στην ασφάλεια, καθώς οι μη παραδοσιακές απειλές αυξάνονται. Σε μια εποχή που η παγκόσμια πολιτική μοιάζει να κινείται προς αποκλεισμούς και αντιπαραθέσεις, ο διάλογος “3+3” προσφέρει μια εναλλακτική, εστιάζοντας στην συνεργασία με τους γείτονες.