Στο κείμενο αναλύεται η επικίνδυνη τάση των διεθνών οργανισμών να προωθούν την “ειρηνοποίηση” και την “προσέγγιση διαφορετικών οπτικών”, παραβλέποντας την αλήθεια και τα ιστορικά γεγονότα, ιδίως σε μεταπολεμικές συγκρούσεις. Η συγγραφέας, επηρεασμένη από την προσωπική της εμπειρία σε ένα σεμινάριο της Οργάνωσης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), καταγγέλλει την εσφαλμένη αντίληψη ότι “υπάρχουν πολλές αλήθειες” σε μια σύγκρουση.
Η αρθρογράφος επικαλείται την εμπειρία της Vjosa Musliu, η οποία στο βιβλίο της “Girlhood at War” περιγράφει πώς ένα σεμινάριο για ειρήνη το 2002, με συμμετέχοντες Σέρβους και Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου, χρησιμοποίησε το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας για να εξηγήσει την “πολυπλοκότητα των αφηγήσεων”, ζητώντας από τους συμμετέχοντες να παρουσιάσουν την ιστορία από την πλευρά του λύκου. Αυτή η προσέγγιση, που παρουσίαζε την πείνα ως δικαιολογία για τις πράξεις του λύκου, προκάλεσε σύγχυση στους συμμετέχοντες, οι οποίοι δυσκολεύτηκαν να κατανοήσουν πώς η πείνα θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη θανάτωση της γιαγιάς και της Κοκκινοσκουφίτσας, και ποιος ο σκοπός του εν λόγω παραμυθιού σε ένα σεμινάριο συμφιλίωσης.
Η συγγραφέας, λίγο παραπάνω από 20 χρόνια μετά, βρέθηκε σε παρόμοια κατάσταση. Σε ένα σεμινάριο του ΟΑΣΕ που στόχευε στη συμφιλίωση νεαρών γυναικών από το Κοσσυφοπέδιο και τη Σερβία, οι διοργανωτές, με ξένους εισηγητές, προέτρεψαν τους συμμετέχοντες να “διαχωρίσουν τους ανθρώπους από το πρόβλημα” κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων. Αυτή η οδηγία προκάλεσε έντονη αντίδραση στη συγγραφέα, η οποία βίωσε τα τραύματα του πολέμου, όπως ο εκτοπισμός της οικογένειάς της, η λεηλασία και η καταστροφή του σπιτιού τους, καθώς και η απόδειξη εγκλημάτων πολέμου, όπως η δολοφονία και εξαφάνιση περισσότερων από 8.000 εθνοτικών Αλβανών αμάχων και οι βιασμοί χιλιάδων γυναικών και κοριτσιών.
Η συγγραφέας εκφράζει την απορία της για το πώς είναι δυνατόν να ζητείται από νεαρές γυναίκες, θύματα πολέμου, να διαχωρίσουν τους ανθρώπους από το πρόβλημα, όταν γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις φρικαλεότητες που συνέβησαν. Τονίζει ότι για τους ξένους εισηγητές είναι εύκολο να ακολουθήσουν αυτές τις οδηγίες, καθώς μετά το σεμινάριο επιστρέφουν στις πατρίδες τους, αφήνοντας πίσω τους τους επιζώντες να παλεύουν με τις συνέπειες του πολέμου.
Η συγγραφέας αναφέρεται επίσης στον τρόπο που οι ξένοι εισηγητές αποφεύγουν να θίξουν κρίσιμα θέματα, όπως οι βιασμοί ως εγκλήματα πολέμου, χαρακτηρίζοντας τους συμμετέχοντες “μη έτοιμους” να μιλήσουν για αυτά. Αυτή η στάση, σύμφωνα με τη συγγραφέα, αποτελεί έκφραση της δυτικής επίδειξης εξουσίας, όπου η αλήθεια και ο πόνος των άλλων θεωρούνται “ανεπιθύμητα” και χρήζουν “μετάφρασης, τροποποίησης και έγκρισης”.
Τέλος, η συγγραφέας εκφράζει την ανησυχία της για την τάση να συγχέονται οι “αλήθειες” με τις “οπτικές γωνίες”, κάτι που κινδυνεύει να θολώσει τα όρια μεταξύ πραγματικών γεγονότων και αφηγήσεων. Συμπερασματικά, η συγγραφέας δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να συμμετέχει σε τέτοιου είδους “οικοδόμηση ειρήνης” που αλλοιώνει την αλήθεια και προσβάλλει τη μνήμη των θυμάτων.