Η Επιθεώρηση Εργασίας έδωσε στη δημοσιότητα τη νέα ετήσια έκθεση για τη βία και την παρενόχληση στον εργασιακό χώρο, σκιαγραφώντας την εξέλιξη ενός σύνθετου φαινομένου που πλέον αντιμετωπίζεται με αποτελεσματικότερα εργαλεία και αυξημένη θεσμική ετοιμότητα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η βία και η παρενόχληση εξακολουθούν να εκδηλώνονται κυρίως μέσω ψυχολογικών και λεκτικών μορφών (79%), ενώ τα περιστατικά σωματικής βίας (15%) και σεξουαλικής παρενόχλησης (6%) παραμένουν σε χαμηλότερα ποσοστά.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη διαχρονικά αυξητική τάση υποβολής επώνυμων καταγγελιών για εργατικές διαφορές βίας και παρενόχλησης ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία καταγράφεται σταθερά από το 2021, έτος ισχύος του προστατευτικού θεσμικού πλαισίου. Το 2025, ο αριθμός των αιτήσεων εργατικών διαφορών σχετικών με περιστατικά βίας και παρενόχλησης ανήλθε σε 455, σημειώνοντας αύξηση 43% σε σχέση με το 2024. Αυτή η εξέλιξη δεν αντανακλά μόνο την έκταση του φαινομένου, αλλά κυρίως την αυξανόμενη ορατότητα, την αφύπνιση των εργαζομένων ως προς τα δικαιώματά τους και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης τους στους θεσμικούς μηχανισμούς προστασίας.
Ενθαρρυντικό είναι το υψηλό ποσοστό επίλυσης των υποθέσεων μέσω της ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών. Το 37% των διαφορών επιλύθηκε με τη λήψη μέτρων συμμόρφωσης, ενώ το 6% ματαιώθηκε, κυρίως λόγω ανακλήσεων μετά από συμφωνίες, αποδεικνύοντας ότι ο εξωδικαστικός αυτός μηχανισμός διαχειρίζεται αποτελεσματικά τις υποθέσεις, ωθώντας το συνολικό ποσοστό αποτελεσματικής διαχείρισης άνω του 40%. Αξιοσημείωτη το 2025 ήταν η αύξηση των εργατικών διαφορών με την εφαρμογή του ειδικού διοικητικού μέτρου έκδοσης εντολής με άμεση εκτελεστική ισχύ προσωρινών μέτρων, όπου στις εννέα από τις δέκα υποθέσεις η παρέμβαση αυτή είχε καταλυτική επίδραση στην επίλυση.
Η πλειονότητα των περιστατικών (73%) εντοπίζεται σε σχέσεις κάθετης ιεραρχικής εξάρτησης, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της ιεραρχικής ισχύος ως παράγοντα εκδήλωσης παραβατικών συμπεριφορών. Επιπλέον, η αύξηση κατά 8% (21,8% έναντι 14% το 2024) των καταγγελιών από τις νεότερες ηλικίες (25-34 ετών) σηματοδοτεί αυξημένο θάρρος και μειωμένη ανοχή στις απαξιωτικές συμπεριφορές στους χώρους εργασίας.
Σημαντική είναι και η μεταβολή στη σύνθεση των καταγγελλομένων: το 2025, οι γυναίκες αντιστοιχούν στο 38% (έναντι 30% το 2024), ενώ οι άνδρες παραμένουν πλειοψηφία (62%). Η για πρώτη φορά καταγραφή σεξουαλικής παρενόχλησης μεταξύ γυναικών (10%) και από άνδρα προς άνδρα (11%) ενισχύει την προσέγγιση του φαινομένου ως ζήτημα παραβίασης της προσωπικής αξιοπρέπειας, ανεξαρτήτως φύλου.
Στην έκθεση εισάγεται για πρώτη φορά ο δείκτης παραβατικότητας, ο οποίος διαμορφώνεται στο 9%, με υψηλότερες τιμές σε κλάδους όπως οι υπηρεσίες υγείας, η διαχείριση ακινήτων, τα κέντρα αισθητικής, τα κομμωτήρια, καθώς και οι νομικές και λογιστικές δραστηριότητες (έως 23%). Κλάδοι όπως το λιανικό και χονδρικό εμπόριο, τα καταλύματα και η εστίαση, κυμαίνονται πλησίον του συνολικού δείκτη. Ο δείκτης υπολογίζεται με βάση το πηλίκο των διαπιστωθεισών παραβάσεων προς το σύνολο των περιπτώσεων, ενοποιώντας δεδομένα εργατικών διαφορών, ελέγχων και μητρώου παραβατών εργοδοτών.
«Η έκθεση του 2025 σκιαγραφεί μια εικόνα σταδιακής ωρίμανσης του συστήματος αντιμετώπισης της βίας και παρενόχλησης στην εργασία. Περισσότερες καταγγελίες, λιγότερη σιωπή, μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους θεσμούς και βελτιωμένη αποτελεσματικότητα», σημειώνει η Γεωργία Βαζάκη, επικεφαλής του αυτοτελούς τμήματος για την παρακολούθηση της βίας και παρενόχλησης στην εργασία. «Η παρούσα έκθεση φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο πληροφόρησης και τεκμηρίωσης για τη δημόσια διοίκηση, τους κοινωνικούς εταίρους και τον κόσμο της εργασίας εν γένει, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση αποτελεσματικών πολιτικών και πρακτικών για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του φαινομένου.»