Ο πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, υπογράμμισε την επιτακτική ανάγκη η Ευρώπη να αναλάβει άμεση δράση για τον περιορισμό των πιέσεων και την προστασία των οικονομιών και των πολιτών της, σε περίπτωση που οι υψηλές τιμές ενέργειας συνεχιστούν. Όπως ανέφερε, μια παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αναμένεται να έχει αναπόφευκτες επιπτώσεις στις αγορές ενέργειας, στα κόστη μεταφορών, στις χρηματοπιστωτικές αγορές και, κατά συνέπεια, στις τιμές καταναλωτή. «Για αυτό είναι σημαντικό η Ευρώπη να δράσει γρήγορα και συντονισμένα για να περιορίσει τις πιέσεις και να προστατεύσει τόσο τις επιχειρήσεις μας, τους πολίτες μας όσο και τις οικονομίες μας», τόνισε ο κ. Πιερρακάκης.
Παρόλο που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης, ο κ. Πιερρακάκης επισήμανε ότι η ευρωπαϊκή οικονομία διαθέτει την ικανότητα και την ανθεκτικότητα να απορροφήσει τέτοιους κραδασμούς, ζητώντας παράλληλα ταχύτερες κινήσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ένας από τους πρωταρχικούς του στόχους είναι η δημιουργία της «Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων», τονίζοντας τη ζωτική σημασία των εύρυθμων και ανταγωνιστικών χρηματοπιστωτικών αγορών.
Όσον αφορά την Ελλάδα, ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο κ. Πιερρακάκης δήλωσε ότι ο κρατικός προϋπολογισμός έχει λάβει υπόψη το χειρότερο σενάριο για το 2026, επισημαίνοντας ότι ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, η οικονομική ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει κοντά στο 2%, γεγονός που καταδεικνύει την ισχύ και την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας. Σχετικά με τα ανώτατα όρια κερδών που επέβαλε η Ελλάδα στα καύσιμα και τα τρόφιμα, ανέφερε ότι δεν θα έχουν ουσιώδη άμεση δημοσιονομική επίδραση στον προϋπολογισμό. Επιπλέον, τόνισε ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο τουρισμός και οι επενδύσεις, κρίσιμοι παράγοντες της οικονομικής ανάκαμψης της Ελλάδας, έχουν επηρεαστεί.
Το διεθνές πρακτορείο αναφέρει ότι το ζήτημα του ενεργειακού κόστους βρίσκεται στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών συζητήσεων, με τις τιμές του πετρελαίου να έχουν αυξηθεί κατά περίπου 37% από την έναρξη του πολέμου, εντείνοντας τις ανησυχίες για τον πληθωριστικό αντίκτυπο και πιέζοντας τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να υποστηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ως απάντηση, η ΕΕ σχεδιάζει σημαντικές επενδύσεις σε έργα καθαρής ενέργειας, υποδομών και ενεργειακών δικτύων, ενώ εξετάζει την πρόσθετη χρηματοδότηση μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMR) για τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης από τις εισαγωγές πετρελαίου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρακολουθεί επίσης τους ενεργειακούς φόρους, τα τέλη δικτύων και το κόστος άνθρακα ως πιθανούς τομείς για βραχυπρόθεσμα μέτρα ανακούφισης των βιομηχανιών που πλήττονται από τις υψηλές τιμές ενέργειας, με χώρες όπως η Γαλλία, η Ελλάδα και η Πολωνία να έχουν ήδη ανακοινώσει ανώτατα όρια αύξησης στις τιμές καυσίμων.