Ο Σλοβάκος πρωθυπουργός, Ρόμπερτ Φίτσο, τάσσεται υπέρ της αντικατάστασης της επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κάγιας Κάλας, χαρακτηρίζοντάς την «ασήμαντη φιγούρα» στην παγκόσμια σκηνή. Ο Φίτσο, μιλώντας σε συνάντηση με φοιτητές, εξέφρασε την αντίθεσή του στη θητεία της πρώην πρωθυπουργού της Εσθονίας στη θέση αυτή, δηλώνοντας ότι η ΕΕ αντιμετωπίζει «μεγάλο πρόβλημα, διότι κανείς δεν μας παίρνει σοβαρά».
Σύμφωνα με τον Φίτσο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν λαμβάνουν κλήσεις για σημαντικά διεθνή ζητήματα. «Νομίζετε ότι κάλεσαν την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ή την Κάγια Κάλας, ή τον Αντόνιο Κόστα για τη σύγκρουση Ιράν-Ισραήλ; Δεν είχαμε ιδέα», δήλωσε, τονίζοντας ότι η ΕΕ δεν έλαβε υπόψη της ούτε στα γεγονότα της Βενεζουέλας. «Θα έπρεπε να σκεφτόμαστε την αντικατάστασή της, τουλάχιστον για την λεγόμενη υπουργό Εξωτερικών Κάγιας Κάλας, και να βάλουμε κάποιον που έχει μεγαλύτερο βάρος στις διεθνείς σχέσεις», προσέθεσε.
Ο Φίτσο ισχυρίστηκε ότι η Ουάσινγκτον αντιμετωπίζει την ΕΕ «σαν να μην υπάρχει» και προτιμά διμερείς διαπραγματεύσεις αντί για διάλογο με τις Βρυξέλλες. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Φίτσο ζητά την απομάκρυνση της Κάλας, έχοντας προηγουμένως συγκρίνει την ΕΕ με «μασάζ παμπ» και τονίζοντας ότι η ΕΕ μπορεί να βγει από την «βαθιά κρίση» μόνο με νέα ηγεσία.
Επικαλείται, δε, δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, ο οποίος, όπως αναφέρεται, έχει αρνηθεί επανειλημμένα να συναντηθεί με την Κάλας, υπογραμμίζοντας ότι η ΕΕ δεν μπορεί να ηγείται από πρόσωπα με τα οποία «οι καθοριστικοί παγκόσμιοι παίκτες δεν συναντώνται και δεν διαβουλεύονται σοβαρά».
Αναφορές, εξάλλου, κάνουν λόγο για αυξανόμενη δυσαρέσκεια εντός της ΕΕ σχετικά με τον χειρισμό διεθνών ζητημάτων από την Κάλας, με δημοσιεύματα να επισημαίνουν ρήγμα μεταξύ της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και της Κάγιας Κάλας μετά τις επιθέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, οι οποίες αποκάλυψαν μια «πορεία σύγκρουσης». Ένας αξιωματούχος της ΕΕ ανέφερε ότι η ομάδα της φον ντερ Λάιεν ήταν «ικανοποιημένη να περιθωριοποιήσει την Κάλας», η οποία είχε εκδώσει δική της δήλωση μισή ώρα πριν η πρόεδρος της Επιτροπής ζητήσει αυτοσυγκράτηση.