Οι εξελίξεις στη Λωρίδα της Γάζας μονοπωλούν τα διεθνή πρωτοσέλιδα, με τις συνεχείς ισραηλινές επιδρομές να εντείνουν την ανησυχία των Παλαιστινίων για την τύχη της κατάπαυσης του πυρός, αλλά και για τις προσπάθειες του Ισραήλ να αλλάξει τα σύνορα της περιοχής. Σύμφωνα με τη Ha’aretz, αυτές οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι αλλαγές στο πεδίο της μάχης αποτελούν μέρος μιας «σχεδιασμένης δοκιμής» για να ελεγχθεί η συμφωνία και η υπομονή των κατοίκων της Γάζας, αλλά και των διεθνών διαμεσολαβητών. Το Ισραήλ, όπως αναφέρεται, ενισχύει τις περιοχές ελέγχου του και επεκτείνει τη λεγόμενη «ζώνη ασφαλείας», ιδιαίτερα στο κέντρο και τα ανατολικά της πόλης της Γάζας.
Την ίδια ώρα, η βρετανική Guardian εστιάζει στην επιδεινούμενη ανθρωπιστική κατάσταση στη Γάζα, ενόψει του χειμώνα. Επισημαίνει ότι οι Παλαιστίνιοι, εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε βροχές και ερείπια, δεν βλέπουν κανένα πραγματικό όφελος από τα αμερικανικά σχέδια. Η εφημερίδα προειδοποιεί ότι ακόμη και αν σταματήσουν οι βομβαρδισμοί, το Ισραήλ θα συνεχίσει να περιορίζει τη βοήθεια, ενώ οι συνέπειες δύο ετών πολέμου γίνονται εμφανείς σε κάθε πτυχή της ζωής στη Γάζα. Τονίζει μάλιστα ότι οι χώρες που συμμετείχαν σε αυτό που χαρακτηρίζει ως «γενοκτονικό πόλεμο» φέρουν διπλή ευθύνη να απαιτήσουν καλύτερες συνθήκες για τους πολίτες της Γάζας.
Σε άλλο μέτωπο, η αμερικανική Politico αναφέρεται στις προσπάθειες των Ευρωπαίων να εξασφαλίσουν μια θέση στις διαπραγματεύσεις για τη Γάζα. Σχολιάζει ότι οι πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η συνάντηση της «Ομάδας Δωρητών για την Παλαιστίνη», αποκαλύπτουν τα όρια επιρροής των Βρυξελλών στην περιοχή. Αυξάνονται οι επικρίσεις ότι οι προσπάθειες της ΕΕ είναι «πολύ λίγες και πολύ αργά» όσον αφορά την ανοικοδόμηση της Γάζας και τη συμμετοχή στη διαδικασία ειρήνευσης.
Στο Σουδάν, το περιοδικό Foreign Policy χαρακτηρίζει τη συνεχιζόμενη σύγκρουση ως «την πιο παραμελημένη σύγκρουση από τη διεθνή κοινότητα», παρά τους περισσότερους από 150.000 νεκρούς και μια ανθρωπιστική κρίση που η UNICEF έχει περιγράψει ως τη χειρότερη παγκοσμίως. Η έκδοση επισημαίνει ότι οι σφαγές που έλαβαν χώρα στο al-Fashir, την πρωτεύουσα της Βόρειας Darfur, έχουν προκαλέσει την προσοχή του κόσμου, την ίδια στιγμή που γίνεται λόγος για την πρόθεση του Αμερικανού Προέδρου Donald Trump να παρέμβει για να σταματήσει τις μάχες.
Τέλος, η βρετανική Economist προτείνει στις κυβερνήσεις να σταματήσουν την αύξηση του κατώτατου μισθού, παρά τη δημοτικότητά του. Βασίζεται σε νέες έρευνες που υποδηλώνουν ότι μπορεί να επιβραδύνει την απασχόληση και να μειώσει την ποιότητα της εργασίας, ενώ οι εταιρείες αναπληρώνουν το κόστος αυξάνοντας τις τιμές, επιβαρύνοντας τους φτωχούς.