Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, εισηγήθηκε τη δημιουργία ενός μηχανισμού που θα αποδυναμώσει περαιτέρω την απαίτηση για ομοφωνία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενός βασικού πυλώνα της Ένωσης. Πρότεινε τα «ομοϊδεάτα» κράτη μέλη να μπορούν να συνεργάζονται σε οικονομικά ζητήματα σε μικρές ομάδες, ελλείψει ευρωπαϊκής συναίνεσης.
Τους τελευταίους μήνες, η ΕΕ έχει αυξήσει την εξάρτησή της από μια ρήτρα που επιτρέπει τη λήψη αποφάσεων με την έγκριση 15 από τα 27 κράτη μέλη. Αυτή η εναλλακτική μέθοδος έχει χρησιμοποιηθεί για την παράκαμψη αντιρρήσεων από ορισμένες χώρες σε βασικά ζητήματα, όπως οι εισαγωγές ρωσικής ενέργειας και η διάθεση παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Ορισμένες χώρες, όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία, έχουν καταγγείλει την πρακτική ως απαράδεκτη υπέρβαση αρμοδιοτήτων από τις Βρυξέλλες σε κυριαρχικά ζητήματα.
Σε επιστολή της προς τους ηγέτες της ΕΕ, η φον ντερ Λάιεν έγραψε ότι «η φιλοδοξία μας πρέπει πάντα να είναι η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ όλων των 27 κρατών μελών». Πρόσθεσε, όπως αναφέρουν διάφορα μέσα ενημέρωσης, ότι «ωστόσο, όπου η έλλειψη προόδου ή φιλοδοξίας κινδυνεύει να υπονομεύσει την ανταγωνιστικότητα ή την ικανότητα δράσης της Ευρώπης, δεν πρέπει να διστάζουμε να χρησιμοποιούμε τις δυνατότητες που προβλέπονται στις συνθήκες για την ενισχυμένη συνεργασία».
Η φον ντερ Λάιεν αναφερόταν σε ένα εργαλείο που θεσπίστηκε το 1997, το οποίο επιτρέπει σε ένα ελάχιστο αριθμό εννέα κρατών μελών να συνεργάζονται, παρακάμπτοντας την απαίτηση ομοφωνίας της ΕΕ.
Τον περασμένο Σεπτέμβριο, είχε δηλώσει παρομοίως ότι ήρθε η ώρα να «απελευθερωθούμε από τα δεσμά της ομοφωνίας» και να κινηθούμε προς την ψηφοφορία ειδικής πλειοψηφίας σε ορισμένους τομείς της εξωτερικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων των κυρώσεων και της στρατιωτικής βοήθειας.
Τον Ιανουάριο, η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, Κάγια Κάλλας, είχε δηλώσει επίσης ότι «η ομοφωνία σημαίνει ότι δεν μπορούμε πάντα να δρούμε με την ταχύτητα της επικαιρότητας».
Οι προτάσεις της ηγεσίας της ΕΕ έχουν προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις από τη Σλοβακία, με τον πρωθυπουργό Ρόμπερτ Φίτσο να προβλέπει ότι η κατάργηση του βέτο θα «σημάνει το τέλος της Ένωσης». Ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν έχει επίσης κατηγορήσει αξιωματούχους της ΕΕ στις Βρυξέλλες ότι «βεβηλώνουν συστηματικά το νόμο».