Μια συγκλονιστική ιστορία επιβίωσης έρχεται από την πόλη Ρουμπάγια, στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, μια περιοχή γνωστή για τα πλούσια κοιτάσματά της σε πολύτιμα ορυκτά, όπως το κολοτάν, το κασσίτερος και το βολφράμιο. Ο Γκρέις Μπαράτα, 35 ετών, κατάφερε να παραμείνει ζωντανός για 21 ολόκληρες ώρες μετά από μια καταστροφική κατάρρευση σε ορυχείο, όπου έχασαν τη ζωή τους τουλάχιστον 200 άνθρωποι.

Η τραγωδία εκτυλίχθηκε την Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου, στο ορυχείο Luwowo στην περιοχή Γκασάσα. Εκατοντάδες ανθρακωρύχοι, κυρίως άνδρες, και γυναίκες πωλήτριες βρίσκονταν στην περιοχή όταν ξαφνική νεροποντή προκάλεσε μια τεράστια κατολίσθηση, οδηγώντας σε κατάρρευση του ορυχείου και εγκλωβίζοντας πολλούς κάτω από τόνους χώματος και πετρών.
Ο Μπαράτα, ο οποίος εργάζεται στα ορυχεία από το 2012, περιέγραψε την τρομακτική εμπειρία του: «Άκουσα πέτρες να τρίβονται και νόμιζα ότι ήταν χαλίκια που τα παρασύρει το νερό, και μετά βρέθηκα στο σκοτάδι». Η μεγαλύτερη ανησυχία του ήταν η έλλειψη οξυγόνου, ωστόσο κατάφερε να διατηρήσει την ψυχραιμία του, ενώ λίγο αργότερα άκουσε τις φωνές των διασωστών.
Η επιχείρηση διάσωσης ήταν τιτάνια. Οι κάτοικοι της περιοχής και οι αρχές συνεργάστηκαν για να απεγκλωβίσουν τους επιζώντες και να ανασύρουν τα θύματα. Μετά από 21 ώρες, ο Μπαράτα ανασύρθηκε ζωντανός, μαζί με δύο φίλους του. «Είχαμε ήδη αρχίσει να θρηνούμε τον αδελφό μας», δήλωσε ο ξάδελφός του, Μουνγκουίκο Ντατσαμπένζε, υπογραμμίζοντας την αρχική τους απογοήτευση και την επακόλουθη χαρά. «Με τη χάρη του Θεού, επέστρεψε από τους νεκρούς», πρόσθεσε με χαμόγελο.
Η Ρουμπάγια αποτελεί πηγή περίπου του 15% έως 30% του παγκόσμιου κολοτάν, ορυκτό απαραίτητο για την κατασκευή σύγχρονων ηλεκτρονικών συσκευών, όπως smartphones και ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Παρόλα αυτά, οι κάτοικοι της περιοχής ζουν σε συνθήκες φτώχειας και εργάζονται κάτω από επικίνδυνες συνθήκες, με ελάχιστα μέτρα ασφαλείας.
Η κατάρρευση έχει πυροδοτήσει και αντιπαραθέσεις. Οι αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό κατηγορούν την ομάδα ανταρτών M23 και τη Ρουάντα για την τραγωδία, ισχυριζόμενες ότι η περιοχή εξορύσσεται παράνομα και ότι τα ορυκτά παράνομα διακινούνται προς τη Ρουάντα. Από την πλευρά τους, οι αντάρτες απορρίπτουν τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση του Κονγκό προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την τραγωδία για πολιτικούς σκοπούς.
Ειδικοί αναλυτές, όπως ο Ντάνιελ Καλαλίζι, επισημαίνουν ότι οι ανεξέλεγκτες και παράνομες εξορύξεις, σε συνδυασμό με την έλλειψη αποτελεσματικού ελέγχου από το κράτος, συμβάλλουν άμεσα σε τέτοιου είδους τραγωδίες. Τονίζουν την ανάγκη για αυστηρότερη ρύθμιση του τομέα, την επιβολή περιβαλλοντικών νόμων και την προστασία των πολιτών, καθώς και την προτεραιότητα της ασφάλειας έναντι του κέρδους.

Παρά την τραυματική εμπειρία, ο Γκρέις Μπαράτα εκφράζει την πεποίθηση ότι, λόγω οικονομικών αναγκών, θα αναγκαστεί να επιστρέψει στα ορυχεία για να εργαστεί. Ωστόσο, προς το παρόν, επικεντρώνεται στις όμορφες αναμνήσεις των συναδέλφων του που χάθηκαν, όπως αυτή του Μπόσκο, πατέρα δύο παιδιών, με τον οποίο μοιράστηκε τις τελευταίες στιγμές πριν την κατάρρευση, ελπίζοντας σε μια κοινή σωτηρία. «Πριν τελειώσει το οξυγόνο στο φρεάτι, λέγαμε ο ένας στον άλλο να μετανοήσουμε», θυμάται ο Μπαράτα, για να καταλήξει: «Ο Μπόσκο δεν τα κατάφερε, αλλά εγώ επέστρεψα από τους νεκρούς».