Πριν από 15 χρόνια, η Ομάδα των 20 (G20) παρουσιαζόταν ως η “επιτροπή διαχείρισης του κόσμου”. Μετά την επιτυχημένη, συντονισμένη αντίδραση στην παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, οι ηγέτες των μεγαλύτερων οικονομιών – από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα μέχρι την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ινδία – δημιούργησαν ένα σπάνιο πλαίσιο συνεργασίας πέρα από τις διαχωριστικές γραμμές.
Σήμερα, όμως, αυτή η εικόνα έχει αλλάξει δραματικά. Η ομάδα, που αντιπροσωπεύει περίπου το 85% του παγκόσμιου ΑΕΠ και το 75% του παγκόσμιου εμπορίου, αδυνατεί πλέον να παράξει πολιτικές συμφωνίες. Ταυτόχρονα, ένας νέος κόσμος αναδύεται, με κέντρα ισχύος που βρίσκονται έξω από την «ομπρέλα» της G20. Οι αναφορές δείχνουν ότι αυτή η κατάσταση δεν είναι παροδική, αλλά αντανακλά μια βαθιά, δομική αλλαγή στην αρχιτεκτονική της διεθνούς διακυβέρνησης.
**Από φόρουμ συναίνεσης σε πεδίο αντιπαράθεσης**
Διεθνείς αναλύσεις συμφωνούν ότι η G20 δεν μπορεί πλέον να προσφέρει τον πολιτικό χώρο που απαιτείται για μεγάλες συμφωνίες. Οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν μετατρέψει τις συνόδους από πλατφόρμες διαπραγμάτευσης σε χώρους προβολής θέσεων.
**Η εξαφάνιση του πολιτικού κλίματος που επέτρεψε τις επιτυχίες του 2008**
Σύμφωνα με την έκθεση “Global Solutions Initiative 2025”, το διεθνές κλίμα δεν ευνοεί πλέον τις μορφές συνεργασίας που χαρακτήρισαν την εποχή μετά την οικονομική κρίση. Η αμερικανο-κινεζική πόλωση έχει φτάσει σε επίπεδο που εμποδίζει οποιαδήποτε συμφωνία, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει βαθύνει το χάσμα μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, οδηγώντας σε σχεδόν «πλήρη παράλυση» της ικανότητας της G20 να εγκρίνει κείμενα συμπερασμάτων με ουσιαστικό περιεχόμενο.
**Η σύνοδος της Νέου Δελχί ως παράδειγμα της παρακμής**
Το Γερμανικό Ινστιτούτο Γεωπολιτικών Μελετών (GIS) επισημαίνει ότι η σύνοδος της Νέου Δελχί το 2023 δεν κατάφερε να διατυπώσει σαφή θέση για τον πόλεμο στην Ουκρανία, παρά τις πιέσεις της ινδικής προεδρίας. Το Ινστιτούτο θεωρεί ότι αυτή η αδυναμία “επανπροσδιόρισε τις δυνατότητες της ομάδας, αποκαλύπτοντας ότι δεν μπορεί πλέον να διαχειριστεί θεμελιώδεις διαφωνίες”.
**Περιορισμοί εσωτερικής πολιτικής στις διεθνείς αποφάσεις**
Το Carnegie Endowment for International Peace εξηγεί ότι οι ηγέτες που συμμετέχουν στις συνόδους της G20 είναι πλέον δέσμιοι εσωτερικών υπολογισμών, από επικείμενες εκλογές έως την άνοδο εθνικιστικών τάσεων. Αυτό καθιστά την πολιτική ελιγμού εξαιρετικά περιορισμένη. Το ινστιτούτο προσθέτει ότι η “εξαφάνιση της πολιτικής βούλησης” αποτελεί μεγαλύτερη πρόκληση για την ομάδα από την έλλειψη θεσμικών εργαλείων.
**Το δομικό βάρος της πολιτικής και οικονομικής ποικιλομορφίας**
Ερευνητικά ιδρύματα επιβεβαιώνουν ότι η ποικιλομορφία, που κάποτε αποτελούσε πλεονέκτημα της ομάδας, έχει μετατραπεί σε πηγή πολυπλοκότητας. Οι αντιθέσεις στις οικονομικές και πολιτικές προσεγγίσεις καθιστούν τη διατύπωση οικουμενικών αποφάσεων εξαιρετικά δύσκολη, ειδικά ως προς:
* **Το χάσμα μεταξύ οικονομικών μοντέλων**
Το Carnegie Institute εξηγεί ότι οι ανεπτυγμένες δυτικές οικονομίες τείνουν σε προσεγγίσεις ανοιχτής αγοράς, ενώ οι μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Κίνα και η Ινδία, βασίζονται σε υβριδικά ή κατευθυνόμενα μοντέλα. Αυτή η διαφορά καθιστά την επίτευξη συμφωνίας σε θέματα εμπορίου, επιδοτήσεων και βιομηχανίας ιδιαίτερα δύσκολη.
* **Ο φόρτος ατζέντας και η αδύναμη παρακολούθηση**
Το γερμανικό ινστιτούτο Aidosis εξηγεί ότι η ατζέντα της ομάδας έχει διογκωθεί και πλέον περιλαμβάνει θέματα κλίματος, υγείας, ψηφιοποίησης και επισιτιστικής ασφάλειας, χωρίς να έχουν αυξηθεί αντίστοιχα τα εργαλεία παρακολούθησης. Η έκθεση αναφέρει ότι “η ομάδα πάσχει σήμερα περισσότερο από το εύρος των θεμάτων της παρά από τις διαφορές των μελών της”.
Η έκθεση επισημαίνει ότι πάνω από 70 συμφωνίες ή δεσμεύσεις έχουν προκύψει από διάφορες συνόδους την τελευταία δεκαετία, αλλά μόνο ένα μικρό ποσοστό τους έχει υλοποιηθεί, συμβάλλοντας στην απώλεια εμπιστοσύνης στην αποτελεσματικότητα της ομάδας.
**Διευρυνόμενη ψαλίδα μεταξύ δεσμεύσεων και υλοποίησης**
Η σύγκριση μεταξύ υποσχέσεων και πραγματικών αποτελεσμάτων αποκαλύπτει ξεκάθαρα ότι η G20 δεν μπορεί πλέον να μετατρέψει τις ρητορικές συμφωνίες σε απτά βήματα. Για παράδειγμα:
* **Κλίμα: Μεταξύ δεσμεύσεων και δαπανών για ορυκτά καύσιμα**
Στοιχεία από τον ΟΟΣΑ δείχνουν ότι οι χώρες της G20 ευθύνονται για τα τρία τέταρτα των παγκόσμιων εκπομπών. Ωστόσο, μελέτη της Energy Tracker Asia (2024) αποκαλύπτει ότι οι ίδιες χώρες δαπάνησαν 3,3 τρισεκατομμύρια δολάρια σε επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων μεταξύ 2015 και 2021. Αυτό σημαίνει ότι οι εθνικές πολιτικές κινούνται στην αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση από τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει στην G20.
* **Παγκόσμιες κρίσεις χρέους**
Σύμφωνα με την έκθεση “Inequality in the G20 2025”, η πρωτοβουλία “Common Framework” για την ελάφρυνση του χρέους απέφερε πολύ περιορισμένα αποτελέσματα και κάλυψε μόνο έναν μικρό αριθμό χωρών, παρά την επέκταση της κρίσης χρέους σε πάνω από 50 χώρες.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια δισεκατομμυριούχων στις χώρες της G20 “αυξήθηκε με ρυθμό δεκάδες φορές ταχύτερο από την αύξηση των εισοδημάτων των μεσαίων και φτωχών τάξεων”.
* **Εμπόριο και προστατευτισμός σε άνοδο**
Ο ΟΟΣΑ αναφέρει ότι τα προστατευτικά μέτρα έχουν αυξηθεί πενταπλάσια από το 2020 και οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού έχουν γίνει πιο εθνικιστικές. Ο Οργανισμός υπενθυμίζει ότι οι επανειλημμένες δεσμεύσεις “να απορρίψουν τον προστατευτισμό” έχουν γίνει “ρητορική χωρίς εφαρμογή”.
**Οι αναδυόμενες δυνάμεις που γεμίζουν το κενό της G20**
Όπως συμβαίνει σε κάθε πτώση, αναλύσεις δείχνουν ότι το κενό που αφήνει η παρακμή της G20 δεν παραμένει αχρησιμοποίητο. Αντίθετα, νέες συμμαχίες, θεσμοί και πρότυπα συνεργασίας σπεύδουν να το καλύψουν, όπως:
* **Η διευρυμένη BRICS… ένα εναλλακτικό κέντρο βάρους**
Η Boston Consulting Group (BCG) αναφέρει ότι η διεύρυνση του “BRICS Plus” το 2024, με την προσθήκη Αιγύπτου, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Αιθιοπίας και Ιράν, αποτέλεσε “την αρχή μιας στρατηγικής μετατόπισης” στην ισορροπία δυνάμεων.
Το Ολλανδικό Ινστιτούτο Clingendael επισημαίνει ότι η διευρυμένη BRICS έχει γίνει μια “παράλληλη δύναμη” ικανή να ανταγωνιστεί την G7, ιδίως στις αγορές ενέργειας και μετάλλων.
Σύμφωνα με αυτές τις πηγές, η επέκταση των BRICS περιλαμβάνει:
* Επέκταση του εμπορίου σε τοπικά νομίσματα και μείωση της εξάρτησης από το δολάριο.
* Ανάπτυξη εναλλακτικών τρόπων διεθνούς χρηματοδότησης.
* Μια πολιτική ρητορική που εστιάζει στην ανεξαρτησία του Παγκόσμιου Νότου.
* Επενδυτικές συνεργασίες λιγότερο συνδεδεμένες με τα πρότυπα των δυτικών θεσμών.
* **Μικρές συμμαχίες ως νέος μηχανισμός παγκόσμιας διακυβέρνησης**
Η πλατφόρμα “SDG Action” τονίζει ότι μικρές συμμαχίες – όπως οι “λέσχες άνθρακα”, οι “συνεργασίες σπάνιων μετάλλων” και οι “τεχνολογικές συμμαχίες” – έχουν γίνει πιο αποτελεσματικά εργαλεία από μεγάλες δομές όπως η G20. Η έκθεση πιστεύει ότι “η ικανότητα επίτευξης αποτελεσμάτων συνδέεται πλέον με τη στενότητα του κύκλου, όχι με την ευρύτητά του”.
* **Η άνοδος διακρατικών οργανισμών**
Το “Global Solutions Initiative” παρατηρεί την αυξανόμενη δράση μη κυβερνητικών οργανώσεων, αναπτυξιακών τραπεζών και διεθνών ερευνητικών δικτύων που κινούνται με μεγαλύτερη ελευθερία από τις κυβερνήσεις, θέτοντας ρυθμιστικά πρότυπα που επηρεάζουν την παγκόσμια οικονομία.
**Περίγραμμα ενός νέου παγκόσμιου συστήματος χωρίς κεντρική ηγεσία**
Ερευνητές συμφωνούν ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια μεταβατική φάση όπου το μοντέλο της ενιαίας ηγεσίας υποχωρεί, και αντικαθίσταται από ένα πολυπολικό σύστημα που στερείται κεντρικής συντονιστικής αρχής.
Σύμφωνα με το Clingendael Institute, οι αναδυόμενες δυνάμεις – Κίνα, Ινδία, Τουρκία, Σαουδική Αραβία, Βραζιλία – αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή, ενώ η ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιβάλλουν παγκόσμιους κανόνες, όπως συνέβαινε τις προηγούμενες δεκαετίες, μειώνεται.
Εν τω μεταξύ, εκθέσεις του Carnegie Institute και του ΟΟΣΑ υποδεικνύουν ότι ο κόσμος οδεύει προς δύο οικονομίες:
* Μια οικονομία που καθοδηγείται από τις δυτικές αγορές και το δολάριο.
* Μια παράλληλη οικονομία που καθοδηγείται από τοπικά νομίσματα και εναλλακτικά εμπορικά δίκτυα, πέραν διαφορετικών προτύπων για την τεχνητή νοημοσύνη, τα δεδομένα και το ψηφιακό εμπόριο.
Ένα άρθρο στο περιοδικό “Russia in Global Affairs” αναφέρει ότι “τα ενιαία πλαίσια διακυβέρνησης, εκ των οποίων η G20 ήταν ένα από τα εργαλεία, δεν είναι πλέον βιώσιμα σε έναν κόσμο με επιταχυνόμενη πολιτική διάσπαση”.
**Παρά την παρακμή, η G20 δεν αγνοείται**
Παρά όλες τις ενδείξεις αδυναμίας, η G20 παραμένει ένας βασικός πυλώνας του διεθνούς συστήματος για έναν απλό λόγο: δεν υπάρχει άλλη πλατφόρμα που να συγκεντρώνει τόση οικονομική ισχύ σε ένα σημείο.
Η G20 αντιπροσωπεύει:
* 85% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
* 75% του διεθνούς εμπορίου.
* Περίπου 75% των παγκόσμιων εκπομπών.
* Τις μεγαλύτερες χρηματοδοτικές και χρέους δικτυώσεις.
Ο ΟΟΣΑ αναφέρει ότι η ομάδα κατέγραψε αύξηση 3,5% το δεύτερο τρίμηνο του 2025, αλλά αντιμετωπίζει πιέσεις από το χρέος, την αύξηση των επιτοκίων και τις γεωπολιτικές εντάσεις.
Ειδικοί από την δεξαμενή σκέψης T20 (Think Tank 20) πιστεύουν ότι το μέλλον της ομάδας εξαρτάται από “την ικανότητά της να μετατραπεί σε πλατφόρμα πραγματικών διαπραγματεύσεων, αντί να περιορίζεται σε τελικά ανακοινωθέντα”.
Ειδικοί θεωρούν ότι η υποχώρηση του ρόλου της G20 δεν είναι τυχαίο γεγονός, αλλά σημάδι δομικής αλλαγής στο παγκόσμιο σύστημα. Καθώς οι αναδυόμενες συμμαχίες προχωρούν και οι διαδρομές διακυβέρνησης αποκλίνουν, ο ρόλος της ομάδας στη διαμόρφωση του μέλλοντος μειώνεται. Εάν η ομάδα δεν προσαρμοστεί σε αυτή την πραγματικότητα, οι κανόνες του νέου συστήματος θα διαμορφωθούν ουσιαστικά εκτός των χώρων συνάντησής της.