Μετά από ένα πρώτο μισό του 2026 γεμάτο δαπανηρές και αμφίβολες στρατιωτικές περιπέτειες στο Ιράν, ο Donald Trump φαίνεται πως επιστρέφει στην αγαπημένη του τακτική: τους εμπορικούς δασμούς. Παρά την απροθυμία του να αποσυρθεί από τον Περσικό Κόλπο, η ανάγκη να κερδίσει πόντους ενόψει των ενδιάμεσιων εκλογών σε τέσσερις μήνες τον σπρώχνει προς μια νέα εμπορική ατζέντα, ελπίζοντας ότι θα αποσπάσει την προσοχή από τον πληθωρισμό και τις συνέπειες των συγκρούσεων.
Ο Λευκός Οίκος δείχνει αποφασισμένος να παρακάμψει αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, χρησιμοποιώντας παρωχημένη νομοθεσία όπως τον νόμο του 1974 περί εμπορίου. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, επιβλήθηκαν δασμοί 25% στις εισαγωγές από τη Βραζιλία, ενώ ακολούθησε ένα κύμα μέτρων 10% έως 12,5% σε 60 χώρες –ανάμεσά τους η Κίνα, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Ινδία και τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης– επικαλούμενος πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η επιβολή δασμών 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, χρησιμοποιώντας έναν νόμο του 1930 που είχε μείνει ανενεργός για 96 χρόνια. Οι αναλυτές προσπαθούν να ερμηνεύσουν αν πρόκειται για ψυχολογικό πόλεμο, για αντίποινα λόγω των καπνών από τις πυρκαγιές στον Καναδά ή για μοχλό πίεσης στις διαπραγματεύσεις της εμπορικής συμφωνίας ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά.
Στο επίκεντρο παραμένει η Κίνα, με τον Trump να προωθεί τον επαναπατρισμό της βιομηχανίας φαρμάκων και την προστασία της εφοδιαστικής αλυσίδας για κρίσιμα μέταλλα, όπως ο γραφίτης, το γάλλιο και το γερμάνιο. Είναι χαρακτηριστικό πως το 78% των εξαρτημάτων στα οπλικά συστήματα των ΗΠΑ, και το 92% σε εκείνα του Ναυτικού, περιέχουν κινεζικά υλικά. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος υποστηρίζει πως οι δασμοί θα τονώσουν την αμερικανική οικονομία, το εμπορικό έλλειμμα ανήλθε τον Μάιο στα 106 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι εισαγωγές κινεζικών αγαθών μέσω τρίτων χωρών συνεχίζονται κανονικά. Όπως σχολιάζει εύστοχα ο Alan Beattie, οι δασμοί του Trump δεν είναι οικονομικά καταστροφικοί, αλλά σίγουρα αποτελούν ένα «τεράστιο χάος».