Η παγκόσμια μάχη για την τεχνητή νοημοσύνη δεν κρίνεται πλέον μόνο στα τσιπ και τα εξελιγμένα μοντέλα. Το νέο μεγάλο στοίχημα είναι τα δεδομένα, και συγκεκριμένα οι γλωσσικοί πόροι που «τρέφουν» και εκπαιδεύουν τα συστήματα. Το Πεκίνο έχει εντοπίσει αυτή την ανάγκη ως ένα νέο στρατηγικό πεδίο, επιταχύνοντας τη δημιουργία ενός εθνικού οικοσυστήματος κινεζικών δεδομένων για την τεχνητή νοημοσύνη, που περιλαμβάνει από κείμενα και σύνολα δεδομένων υψηλής ποιότητας, μέχρι τεχνικά πρότυπα και πλαίσια διακυβέρνησης.
Παρά τους περιορισμούς των ΗΠΑ στις προηγμένες τεχνολογίες, η Κίνα θεωρεί πως τα γλωσσικά δεδομένα αποτελούν ένα «πιο κερδοφόρο» πεδίο. Σύμφωνα με τον Wesley Wu-Yi Koo, καθηγητή στο Johns Hopkins University, η αγγλική γλώσσα κυριαρχεί σχεδόν στο 60% του παγκόσμιου διαδικτυακού περιεχομένου, ενώ η κινεζική περιορίζεται μόλις στο 1,3%, παρά το γεγονός ότι ομιλητές της είναι πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι. Αυτή η ανισορροπία σημαίνει ότι τα τρέχοντα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης έχουν μια «μητρική γλώσσα» που δεν είναι τα κινεζικά, με αποτέλεσμα τα μοντέλα που βασίζονται σε αγγλοκεντρικά δεδομένα να παρουσιάζουν υστερήσεις ή πολιτισμικές προκαταλήψεις όταν χρησιμοποιούνται σε κινεζικό πλαίσιο.
Η Κίνα δεν μένει άπραγη. Μέχρι το 2027 στοχεύει να έχει δημιουργήσει μια εθνική βάση δεδομένων στρατηγικών γλωσσικών πόρων, ενώ έως το 2035 φιλοδοξεί να έχει ενισχύσει σημαντικά την παρουσία της γλώσσας της στις παγκόσμιες ψηφιακές εφαρμογές. Όπως επισημαίνει ο Wesley Wu-Yi Koo, το Πεκίνο βλέπει τα δεδομένα ως το μέσο για να καλύψει το μειονέκτημά του στα τσιπ, εκμεταλλευόμενο την τεράστια εγχώρια βάση χρηστών και την ικανότητα κινητοποίησης πόρων σε κρατικό επίπεδο.
Ωστόσο, η πρόκληση είναι μεγάλη. Καθηγητές από το Tsinghua University τονίζουν ότι απαιτείται ένα πιο συνεκτικό πλαίσιο διακυβέρνησης για θέματα πνευματικών δικαιωμάτων, κοινής χρήσης δεδομένων και προστασίας της ιδιωτικότητας. Επιπλέον, το Πεκίνο επιβάλλει στις πλατφόρμες εκπαίδευσης την τήρηση των «σοσιαλιστικών βασικών αξιών», μια προσέγγιση που διαφέρει ριζικά από το δυτικό μοντέλο, όπου η διακυβέρνηση διαμορφώνεται κυρίως μέσω δικαστικών αποφάσεων και της αγοράς.
Σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη καθίσταται ο κύριος τρόπος πρόσβασης στη γνώση, η διαφορά στους διαθέσιμους γλωσσικούς πόρους μπορεί να μεταφραστεί σε σημαντικές οικονομικές και τεχνολογικές ανισότητες. Όπως προειδοποιεί ο Wesley Wu-Yi Koo, αν δεν υπάρξουν στοχευμένες επενδύσεις, η τεχνολογία κινδυνεύει να μην λειτουργήσει ως ισοπεδωτής των ευκαιριών, αλλά ως παράγοντας που θα αφήσει πίσω όσους δεν μιλούν την κυρίαρχη «ψηφιακή γλώσσα».