Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, δύο όροι κυριάρχησαν στον πολιτικό διάλογο: ο «πόλεμος ανάγκης» και ο «πόλεμος επιλογής». Ο πρώτος αφορούσε την εδαφική άμυνα και την επιβίωση ενός κράτους, ενώ ο δεύτερος περιέγραφε συγκρούσεις που δεν αποτελούσαν άμεση απάντηση σε επίθεση, αλλά προϊόντα σχεδιασμού και στρατηγικού υπολογισμού. Τους όρους αυτούς εκλαΐκευσε ο Αμερικανός σχολιαστής Charles Krauthammer, ενώ ο Richard Haass τους χρησιμοποίησε για να αναλύσει την επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003. Η κυβέρνηση του George W. Bush ξεκίνησε εκείνον τον πόλεμο όχι λόγω άμεσης απειλής, αλλά εξαιτίας ιδεολογικών και πολιτικών κινήτρων.
Ενώ το δίλημμα αυτό αντανακλούσε τις εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις στις ΗΠΑ, το ευρύτερο ερώτημα περί «δίκαιου πολέμου» απασχολεί τη φιλοσοφία εδώ και αιώνες. Μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, ο πόλεμος θεωρούνταν κοινό εργαλείο της κρατικής πολιτικής. Ωστόσο, η φιλελεύθερη διεθνής τάξη που διαμορφώθηκε μετά το 1945 επιχείρησε να θέσει τη βία σε αυστηρό νομικό πλαίσιο, ως αντίδραση στη φρίκη των δύο παγκοσμίων πολέμων και στα όπλα μαζικής καταστροφής.
Σήμερα, η κρίση αυτής της φιλελεύθερης τάξης είναι εμφανής. Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, η Δύση, πεπεισμένη για την ηθική της ανωτερότητα, επιχείρησε να αναδιαμορφώσει την ανθρωπότητα κατά το πρότυπό της, συχνά μέσω της στρατιωτικής ισχύος. Καθώς το ιδεολογικό πλαίσιο του φιλελευθερισμού εξασθενεί, ο πόλεμος ανακτά τον παλαιό του ρόλο: αποτελεί πλέον το μέσο με το οποίο τα κράτη επιδιώκουν να τοποθετηθούν σε ένα άτακτο διεθνές περιβάλλον. Σε αυτόν τον κόσμο, η διάκριση μεταξύ επιλογής και ανάγκης γίνεται δυσδιάκριτη.
Η έλευση μιας νέας διεθνούς τάξης προβλέπεται χαοτική και μακρόχρονη. Τα πυρηνικά όπλα αποτρέπουν μια καθοριστική αναμέτρηση μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, όμως, στο ενδιάμεσο, η χρήση στρατιωτικής βίας καθορίζεται από διαρκώς μεταβαλλόμενες ερμηνείες για το τι είναι απαραίτητο προκειμένου ένα κράτος να εξασφαλίσει πλεονεκτήματα στο μέλλον.
Η φύση του σύγχρονου κόσμου είναι πολυδιάστατη. Η εργαλειοποίηση των οικονομικών δεσμών και οι ασύμμετρες μέθοδοι πολέμου περιπλέκουν την ισορροπία ισχύος, συχνά ευνοώντας την ασθενέστερη πλευρά. Η «ανάγκη» δεν περιορίζεται πλέον στην απλή αντίποινα, αλλά περιλαμβάνει προληπτικά βήματα για την αποφυγή μιας μελλοντικής αδύναμης θέσης. Τελικά, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν ένα κράτος επιλέγει τον πόλεμο ή εξαναγκάζεται σε αυτόν, αλλά τι είδους πολιτισμός και ποια στρατηγική παράδοση καθορίζουν αυτή την απόφαση. Η παρούσα αναταραχή αποτελεί ένα τεστ ανθεκτικότητας για τα κράτη και τους πολιτισμούς του 21ου αιώνα.