Τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου (Strategic Petroleum Reserve – SPR) των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται αντιμέτωπα με σοβαρούς κινδύνους, καθώς η παλαιότητα των υποδομών και τα ιστορικά χαμηλά αποθέματα περιορίζουν την ικανότητα της χώρας να ανταποκριθεί σε μελλοντικές ενεργειακές κρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Government Accountability Office, η κατάσταση καθίσταται κρίσιμη.
Το απόθεμα δημιουργήθηκε από το Κογκρέσο των ΗΠΑ το 1975, στον απόηχο του αραβικού εμπάργκο πετρελαίου, με σκοπό να λειτουργεί ως «ανάχωμα» σε περιπτώσεις σοβαρών διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα. Θεωρητικά, η εγκατάσταση έχει τη δυνατότητα αποθήκευσης άνω των 700 εκατομμυρίων βαρελιών αργού πετρελαίου σε υπόγειες αλατωρυχεία κατά μήκος της ακτής του Κόλπου στο Texas και τη Louisiana. Ωστόσο, η έντονη χρήση του τα τελευταία χρόνια έχει εξαντλήσει τα διαθέσιμα αποθέματα.
Όπως επισημαίνει η έκθεση, τον Δεκέμβριο του 2025, η αποτελεσματική ικανότητα άντλησης πετρελαίου είχε μειωθεί στο 61% της αρχικής σχεδιασμένης χωρητικότητας, ενώ η ικανότητα αναπλήρωσης περιορίστηκε στο 56%. Επιπλέον, πάνω από το ένα τέταρτο του αποθηκευμένου πετρελαίου δεν είναι άμεσα διαθέσιμο λόγω κατασκευαστικών εργασιών και βλαβών στις δεξαμενές.
Από το 1985, το απόθεμα έχει διοχετεύσει περισσότερα από 500 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου, με το 70% αυτού του όγκου να αποσύρεται μεταξύ 2014 και 2025. Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω από την απόσυρση 180 εκατομμυρίων βαρελιών το 2022 λόγω της σύγκρουσης στην Ουκρανία. Τον Μάρτιο του 2026, το Department of Energy ξεκίνησε μια νέα απελευθέρωση 172 εκατομμυρίων βαρελιών ως απάντηση στον αμερικανο-ισραηλινό πόλεμο στο Ιράν, γεγονός που εκτόξευσε τις τιμές του αργού. Μέχρι τα τέλη Ιουνίου, τα αποθέματα έπεσαν στα 325,7 εκατομμύρια βαρέλια, το χαμηλότερο επίπεδο από το 1983.
Το Government Accountability Office προειδοποιεί ότι χωρίς σημαντικές αναβαθμίσεις, το απόθεμα δεν θα μπορεί να καλύψει μελλοντικές ανάγκες, καθώς κρίσιμα εξαρτήματα, όπως αντλίες και βαλβίδες της δεκαετίας του 1970 και 1980, έχουν ξεπεράσει προ πολλού το όριο ζωής τους. Η έλλειψη επενδύσεων και η απουσία επικαιροποιημένης στρατηγικής από το Department of Energy από το 2016 καθιστούν το ζήτημα άμεσης προτεραιότητας, με το κόστος συντήρησης να υπολογίζεται στα 230 εκατομμύρια δολάρια.