Όλο και περισσότεροι Αμερικανοί νομοθέτες αναζητούν τρόπους να μειώσουν την εξάρτηση των επιχειρήσεων από την κινεζική τεχνολογία, θεωρώντας τις οικονομικές σχέσεις με την Κίνα ως σοβαρό κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Σε πρόσφατη εκδήλωση του Hudson Institute, ο βουλευτής Nathaniel Moran τόνισε ότι οι επιχειρηματικοί ηγέτες πρέπει να συνειδητοποιήσουν πως η Κίνα είναι ένας «αντίπαλος» και ότι η αμερικανική αγορά παραμένει εγκλωβισμένη σε μια «τοξική σχέση» με το Πεκίνο.
Ο Moran προωθεί το νομοσχέδιο με τίτλο Deterring Adversarial Access to Americans’ Data Act. Στόχος του είναι να καταργηθούν σημαντικές φοροαπαλλαγές, όπως οι αποσβέσεις και οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης, για όσες αμερικανικές εταιρείες επιλέγουν τεχνολογίες από «ξένες οντότητες ανησυχίας» που έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε ιδιωτικά αμερικανικά δεδομένα. Όπως υπογράμμισε ο βουλευτής από το Τέξας, η πρόταση αυτή επιδιώκει να δώσει κίνητρα στις εταιρείες για μακροπρόθεσμες αποφάσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη στις ΗΠΑ και σε φιλικές χώρες.
Παρά τις ανησυχίες για το πώς μπορούν οι εταιρείες να απεμπλακούν από την κινεζική εφοδιαστική αλυσίδα, ο Moran διευκρίνισε ότι το νομοσχέδιο προβλέπει μια μεταβατική περίοδο ενός έτους. Στόχος είναι να δοθεί χρόνος στις επιχειρήσεις να στραφούν σε εγχώριους ή συμμαχικούς προμηθευτές προτού τεθούν σε ισχύ οι νέες φορολογικές διατάξεις. Πάντως, η τύχη του νομοσχεδίου παραμένει αβέβαιη, δεδομένου ότι το τρέχον Κογκρέσο παρουσιάζει χαμηλή παραγωγικότητα.
Την ίδια στιγμή, οι εντάσεις κλιμακώνονται, με το Πεκίνο να απορρίπτει επανειλημμένα τις κατηγορίες της Ουάσιγκτον περί κλοπής δεδομένων ή τεχνολογίας τεχνητής νοημοσύνης, κάνοντας λόγο για προσπάθειες τιμωρίας των κινεζικών εταιρειών. Αντίθετα, αμερικανικές επιτροπές, όπως η USCC, επιμένουν ότι η Κίνα χρησιμοποιεί τα δεδομένα ως στρατηγικό πόρο για την ενίσχυση της οικονομικής και στρατιωτικής της κυριαρχίας.