Οι συναυλιακές παρουσιάσεις ολοκληρωμένων οπερατικών έργων από την London Symphony Orchestra έχουν καθιερωθεί πλέον ως ένας θεσμός υψηλών προδιαγραφών. Μετά τις πρόσφατες επιτυχημένες μεταφορές έργων όπως το The Makropulos Affair του Janáček και η Salome του Strauss, η ορχήστρα επέστρεψε με το Tristan und Isolde του Wagner. Πρόκειται για ένα έργο που μοιάζει να έχει δημιουργηθεί για να αναδειχθεί μέσα σε μια αίθουσα συναυλιών, καθώς η ουσία του βρίσκεται στην ορχηστρική δράση και όχι στη σκηνική κίνηση.

Ο Antonio Pappano, καθοδηγώντας το σύνολο χωρίς τη χρήση μπαγκέτας, κατάφερε να αποδώσει το έργο με απαράμιλλη λεπτότητα και αρτιότητα. Κατά τη διάρκεια της τετράωρης παράστασης, το κοινό είχε την ευκαιρία να διακρίνει λεπτομέρειες που συχνά χάνονται όταν η ορχήστρα βρίσκεται στο κλασικό ορχηστρικό χάσμα κάτω από τη σκηνή. Οι απότομες πινελιές των κοντραμπάσων, οι τρεμουλιαστοί ήχοι του όμποε και οι περίπλοκες μπασογραμμές ήρθαν στο προσκήνιο, αποκαλύπτοντας τον πλούτο της παρτιτούρας. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στα σόλο του Drake Gritton στο αγγλικό κόρνο, τα οποία μάγεψαν το κοινό από το μπαλκόνι και τη σκηνή.
Στο ερμηνευτικό σκέλος, ο τενόρος Clay Hilley στην 20ή του εμφάνιση στον ρόλο του Tristan εντυπωσίασε με την ένταση και την εκφραστικότητά του. Στο πλευρό του, η Sara Jakubiak έκανε το ντεμπούτο της ως Isolde, αποδίδοντας με πειστικότητα τον θυμό της ηρωίδας, ενώ ο Franz-Josef Selig ξεχώρισε για τη γερμανική του άρθρωση και τον πλούσιο ήχο του ως Βασιλιάς Marke. Παρά τη μικρή απόσταση των χορωδών, το τελικό αποτέλεσμα ήταν μια ισορροπημένη μουσική εμπειρία που ανέδειξε την London Symphony Orchestra ως έναν από τους κορυφαίους φορείς ερμηνείας έργων του Wagner παγκοσμίως. Η επόμενη παρουσίαση του έργου είναι προγραμματισμένη για τις 12 Ιουλίου.