Πριν από δέκα χρόνια, η ατμόσφαιρα στις Βρυξέλλες την ημέρα του δημοψηφίσματος για το Brexit ήταν σχεδόν γαλήνια. Οι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετώπιζαν το ενδεχόμενο της αποχώρησης ως μια θεατρική ενόχληση, αδυνατώντας να προβλέψουν τον πολιτικό σεισμό που θα ακολουθούσε. Στη Βρετανία, περίπου 13 εκατομμύρια ψηφοφόροι επέλεξαν να μην προσέλθουν στις κάλπες, δείχνοντας μια αδιανόητη για τα δεδομένα της εποχής αφέλεια. Στις 24 Ιουνίου 2016, η είδηση ότι το 51,9% των Βρετανών ψήφισε την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση προκάλεσε σοκ και δυσπιστία στους διαδρόμους των ευρωπαϊκών θεσμών.
Σήμερα, η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά, με το 57% των Βρετανών να δηλώνει ότι το Brexit ήταν λάθος. Ο Philip Rycroft, ανώτερος δημόσιος υπάλληλος που είχε επιβλέψει τις προετοιμασίες για το διαζύγιο, υποστηρίζει πλέον ότι το θέμα δεν θα κλείσει ποτέ, ανοίγοντας τη συζήτηση για μια ενδεχόμενη επιστροφή στη Ενωση. Ωστόσο, τα οικονομικά στοιχεία είναι απογοητευτικά: η οικονομία της Βρετανίας εκτιμάται ότι θα είναι μακροπρόθεσμα κατά 4% μικρότερη από ό,τι αν παρέμενε μέλος, ενώ ορισμένοι οικονομολόγοι υπολογίζουν την απώλεια του ΑΕΠ κατά κεφαλήν στο 6–8%.
Η εξάρτηση από την Ευρώπη παραμένει ισχυρή, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της χώρας, απορροφώντας το 41% των βρετανικών εξαγωγών. Παρά την έντονη νοσταλγία που επικρατεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για το 2016, μια πιθανή επανένταξη κάθε άλλο παρά εύκολη θα ήταν. Από την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1973, η Βρετανία απολάμβανε ειδικά προνόμια, όπως η διατήρηση της λίρας και εξαιρέσεις από τη συνθήκη Σένγκεν. Σήμερα, οι Βρυξέλλες είναι απίθανο να προσφέρουν το ίδιο ευνοϊκό καθεστώς.
Το δημόσιο αίσθημα παραμένει διχασμένο: αν και πολλοί επιθυμούν στενότερους δεσμούς, μόλις το 36% υποστηρίζει την επιστροφή στην Ενωση χωρίς τις παλιές εξαιρέσεις. Επιπλέον, η Βρετανία θα έπρεπε να παραταχθεί πίσω από χώρες όπως η Αλβανία, η Βοσνία και Ερζεγοβίνη, η Ουκρανία και η Μολδαβία, χάνοντας την άλλοτε ισχυρή διαπραγματευτική της θέση. Όπως επισημαίνει η ανάλυση που δημοσιεύτηκε αρχικά στο Kommersant, το Brexit παραμένει μια συναισθηματική υπόθεση που θυμίζει τα προβλήματα ενός δύσκολου χωρισμού, όπου η νοσταλγία δεν αρκεί για να καταστήσει μια επανασύνδεση εφικτή ή συνετή.