Ο δάγκειος πυρετός δεν αποτελεί πλέον μια εποχιακή νόσο που υποχωρεί με το τέλος των μουσώνων στην Ινδία. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η άνοδος της θερμοκρασίας, οι ακανόνιστες βροχοπτώσεις και η ραγδαία αστικοποίηση μετατρέπουν τον ιό σε μια συνεχή απειλή για τη δημόσια υγεία καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Nitin Sharma, ενός 32χρονου μηχανικού λογισμικού από το Gurugram, ο οποίος διαγνώστηκε με δάγκειο πυρετό τον Μάιο, πολύ πριν από την έναρξη της περιόδου των βροχών. Όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, η πιθανότητα προσβολής από τον ιό δεν είχε περάσει από το μυαλό ούτε του ίδιου ούτε της οικογένειάς του, καθώς επικρατούσε η πεποίθηση ότι η νόσος εμφανίζεται αποκλειστικά κατά τη διάρκεια των μουσώνων.
Τα νοσοκομεία σε ολόκληρη την Ινδία καταγράφουν πλέον κρούσματα πολύ νωρίτερα από το αναμενόμενο. Σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Ελέγχου Νοσημάτων που Μεταδίδονται από Διαβιβαστές (NCVBDC), έως το τέλος Φεβρουαρίου του 2026 είχαν αναφερθεί 6.927 περιστατικά. Ο αριθμός αυτός είναι ιδιαίτερα ανησυχητικός, καθώς ξεπερνά το σύνολο των κρουσμάτων που είχαν καταγραφεί στο αντίστοιχο πεντάμηνο (Ιανουάριος-Μάιος) του 2021.

Οι επιστήμονες τονίζουν ότι ο κύκλος μετάδοσης διευρύνεται. Ενώ στο παρελθόν οι υπηρεσίες υγείας προετοιμάζονταν κυρίως για τους μήνες των βροχοπτώσεων, πλέον η επιτήρηση πρέπει να είναι διαρκής. Η κατάσταση επιδεινώνεται από την ατμοσφαιρική ρύπανση, με πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Environmental Pollution να συνδέει την έκθεση σε αιωρούμενα σωματίδια PM2.5 με αυξημένα ποσοστά θνησιμότητας από τη νόσο, καθώς η ρύπανση εξασθενεί το ανοσοποιητικό σύστημα.

Στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της κρίσης, η Ινδία επιταχύνει τις διαδικασίες για την ανάπτυξη εμβολίων. Η κυβέρνηση ενέκρινε το εμβόλιο Qdenga της Takeda, ενώ παράλληλα το Ινδικό Συμβούλιο Ιατρικής Έρευνας (ICMR) και η Panacea Biotec ολοκλήρωσαν τις κλινικές δοκιμές φάσης III για το εμβόλιο DengiAll. Παρά τις τεχνολογικές αυτές εξελίξεις, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η λύση δεν έγκειται μόνο στον εμβολιασμό, αλλά απαιτείται ένας συνδυασμός μέτρων, όπως η καλύτερη αποχέτευση, ο έλεγχος των πληθυσμών των κουνουπιών και η ενίσχυση των συστημάτων δημόσιας υγείας.