Εκατό ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν, οι Αμερικανοί πολίτες έρχονται αντιμέτωποι με μια πρωτόγνωρη οικονομική πίεση. Η άνοδος του πληθωρισμού, που τροφοδοτείται κυρίως από το κόστος της ενέργειας, έχει επιβαρύνει κάθε μέσο αμερικανικό νοικοκυριό με επιπλέον έξοδα ύψους 750 δολαρίων, πλήττοντας βάναυσα τις οικογένειες με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.
Σύμφωνα με ανάλυση της Moody’s Analytics, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της επιβάρυνσης αφορά τα καύσιμα, με τους καταναλωτές να πληρώνουν κατά μέσο όρο 447,19 δολάρια περισσότερα από το συνηθισμένο. Ο Mark Zandi, επικεφαλής οικονομολόγος της Moody’s, χαρακτήρισε την κατάσταση «βαρύ οικονομικό πλήγμα», ενώ ο Michael Klein, καθηγητής στο Fletcher School του Πανεπιστημίου Tufts, επισημαίνει ότι όσοι έχουν χαμηλότερο εισόδημα ξοδεύουν μεγαλύτερο ποσοστό των χρημάτων τους σε είδη πρώτης ανάγκης, όπως η στέγαση και η διατροφή, οι τιμές των οποίων καλπάζουν.
Η κατάσταση στα πρατήρια καυσίμων είναι ενδεικτική: η τιμή της απλής βενζίνης εκτοξεύτηκε στα 4,22 δολάρια ανά γαλόνι στις 7 Ιουνίου 2026, από 2,98 δολάρια που ήταν στις 28 Φεβρουαρίου, ημέρα που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκίνησαν τις επιθέσεις κατά του Ιράν. Η απόφαση του Ιράν να απαντήσει με επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές και τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ –από όπου εξάγεται το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου– έχει ωθήσει τις τιμές στα ύψη.
Οι συνέπειες είναι ορατές σε όλη την αμερικανική αγορά. Η Spirit Airlines ανακοίνωσε το οριστικό κλείσιμό της τον περασμένο μήνα, αποδίδοντας την απόφαση στο δυσβάσταχτο κόστος καυσίμων, ενώ άλλες αεροπορικές εταιρείες, όπως η United Airlines, προχώρησαν σε αυξήσεις ναύλων έως και 20%. Παράλληλα, οι πιέσεις επεκτείνονται και στον κλάδο των τροφίμων, με τις τιμές των λιπασμάτων να αναμένεται να αυξηθούν κατά 31% έως το τέλος του έτους, επηρεάζοντας άμεσα τη μελλοντική παραγωγή.
Την ίδια στιγμή, το Πεντάγωνο συνεχίζει να ζητά τεράστια κονδύλια, με το κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων να εκτιμάται στα 2 δισεκατομμύρια δολάρια ημερησίως, σύμφωνα με το Harvard Kennedy School. Σε αυτό το κλίμα, ο Donald Trump πιέζει την Federal Reserve για μείωση των επιτοκίων, ωστόσο οι αναλυτές της JPMorgan Chase εκτιμούν ότι κάτι τέτοιο είναι απίθανο πριν από τα μέσα του 2027.