Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump εξαπέλυσε δριμεία επίθεση κατά νομοθετών, συμπεριλαμβανομένων μελών του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, μετά την έγκριση ψηφίσματος από τη Βουλή των Αντιπροσώπων που επιχειρεί να περιορίσει τη δικαιοδοσία του να διεξάγει πόλεμο εναντίον του Ιράν.
Η απόφαση, η οποία συγκέντρωσε 215 ψήφους υπέρ έναντι 208 κατά, πέρασε χάρη στη στήριξη τεσσάρων Ρεπουμπλικανών που τάχθηκαν στο πλευρό των Δημοκρατικών. Πρόκειται για τους Thomas Massie από το Kentucky, Tom Barrett από το Michigan, Warren Davidson από το Ohio και Brian Fitzpatrick από την Pennsylvania. Ο Donald Trump, μέσω της πλατφόρμας Truth Social, τους κατηγόρησε για «αντιπατριωτική» στάση, υποστηρίζοντας ότι η κίνηση αυτή υπονομεύει τις τελικές του διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό της σύρραξης.
«Αυτοί οι τέσσερις Ρεπουμπλικανοί είναι “GRANDSTANDERS”! Θα έπρεπε να ντρέπονται», έγραψε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος, απορρίπτοντας το ψήφισμα ως «άνευ σημασίας». Η κίνηση αυτή θεωρείται από πολλούς ως ένδειξη της φθίνουσας επιρροής του Donald Trump σε μέρος της κοινοβουλευτικής του ομάδας ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου.
Αν και το ψήφισμα έχει σε μεγάλο βαθμό συμβολικό χαρακτήρα —καθώς απαιτείται η έγκριση της Γερουσίας όπου οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν την πλειοψηφία με 53 από τις 100 έδρες, ενώ ο Donald Trump έχει διαμηνύσει ότι θα ασκήσει βέτο— η πολιτική πίεση εντείνεται. Υπέρμαχοι του περιορισμού των προεδρικών εξουσιών επικαλούνται το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών και τον Νόμο περί Πολεμικών Εξουσίων (War Powers Act) του 1973, υποστηρίζοντας ότι η στρατιωτική δράση που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου κατά του Ιράν, από κοινού με το Ισραήλ, στερείται νόμιμης εξουσιοδότησης από το Κογκρέσο.
Ο David Janovsky, εκτελεστικός διευθυντής του The Constitution Project, τόνισε ότι η πρωτοβουλία της Βουλής πρέπει να ολοκληρωθεί από τη Γερουσία, υπογραμμίζοντας ότι οι πολίτες εκφράζουν αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τις επιπτώσεις του πολέμου στην παγκόσμια οικονομία και στο κόστος διαβίωσης.