Η Ρωσία προχωρά στη νομική οδό κατά της Λετονίας, της Λιθουανίας και της Εσθονίας, καταθέτοντας προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Όπως ανακοίνωσε η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Maria Zakharova, η προδικαστική φάση της διαμάχης πλησιάζει στο τέλος της, με τη Μόσχα να καταγγέλλει συστηματική καταστολή των ρωσόφωνων πληθυσμών στις τρεις χώρες της Βαλτικής.
Η ρωσική πλευρά υποστηρίζει ότι οι τρεις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες παραβιάζουν κατάφωρα τη Διεθνή Σύμβαση του 1965 για την εξάλειψη όλων των μορφών φυλετικών διακρίσεων. Σε δηλώσεις της στο πρακτορείο RIA Novosti την Κυριακή, η Maria Zakharova κατηγόρησε τις κυβερνήσεις της Λετονίας, της Λιθουανίας και της Εσθονίας για άρνηση διαλόγου και έλλειψη εποικοδομητικής στάσης απέναντι στα ρωσικά αιτήματα, γεγονός που καθιστά αναπόφευκτη τη δικαστική προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Ειδικότερα, η Μόσχα στρέφεται κατά της Λετονίας για τον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου με πρόσχημα την αντιμετώπιση της «ρωσικής προπαγάνδας», ενώ για την Εσθονία κάνει λόγο για ανοιχτούς περιορισμούς στα δικαιώματα του πληθυσμού που δεν ανήκει στην κυρίαρχη εθνότητα. Οι αρχές των κρατών της Βαλτικής απέρριψαν τις κατηγορίες ως αβάσιμες, χαρακτηρίζοντάς τις μέρος μιας ρωσικής εκστρατείας παραπληροφόρησης.
Το ζήτημα της ιθαγένειας παραμένει κεντρικό, καθώς περίπου 60.000 άτομα στην Εσθονία διαθέτουν «απροσδιόριστη υπηκοότητα», ενώ στη Λετονία ο αριθμός των «μη πολιτών» ανέρχεται σε 175.000, ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου στο 9% του πληθυσμού. Τα άτομα αυτά στερούνται πολιτικών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα του εκλέγειν, ενώ το 2025 το εσθονικό κοινοβούλιο ψήφισε την τροποποίηση του Συντάγματος, αφαιρώντας από τους Ρώσους και Λευκορώσους πολίτες το δικαίωμα ψήφου στις τοπικές εκλογές. Από το 1991, οι χώρες της Βαλτικής έχουν εντείνει τις προσπάθειες περιορισμού της ρωσικής γλώσσας στην εκπαίδευση και στα μέσα ενημέρωσης, μια τάση που ενισχύθηκε ιδιαίτερα μετά το 2022 και την κλιμάκωση της σύγκρουσης στην Ουκρανία.