Σε μια κρίσιμη παρέμβαση κατά τη διάρκεια της 23ης διάσκεψης IISS Shangri-La Dialogue στη Σιγκαπούρη, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Pete Hegseth, παρουσίασε τις βασικές κατευθύνσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Με επίκεντρο τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό με την Κίνα, τις τρέχουσες εξελίξεις με το Ιράν και το μέλλον της Ταϊβάν, ο Hegseth έστειλε σαφή μηνύματα για τις προθέσεις της διοίκησης του Donald Trump.
Αναφερόμενος στην Κίνα, ο Αμερικανός υπουργός εξέφρασε έντονο προβληματισμό για την «ιστορική στρατιωτική συσσώρευση» του Πεκίνου στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού. Παρά το γεγονός ότι χαρακτήρισε τις τρέχουσες σχέσεις με την Κίνα ως «καλύτερες» από ό,τι στο παρελθόν, υπογράμμισε ότι οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν την επιβολή περιφερειακής ηγεμονίας από κανένα κράτος, καλώντας τους συμμάχους να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες.
Σχετικά με την Ταϊβάν, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο των τριβών Ουάσιγκτον και Πεκίνου, ο Hegseth τόνισε ότι η αμερικανική στάση παραμένει αμετάβλητη, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η τελική έγκριση για την πώληση όπλων ύψους 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων εναπόκειται στον Donald Trump. Η δήλωση αυτή έρχεται μετά την πρόσφατη συνάντηση του Αμερικανού προέδρου με τον Xi Jinping, όπου συζητήθηκαν οι κίνδυνοι κλιμάκωσης στην περιοχή.
Παράλληλα, στο πλαίσιο του δόγματος «Η Αμερική Πρώτα», ο Hegseth επανέλαβε την αυστηρή απαίτηση του Λευκού Οίκου προς τους συμμάχους να αναλάβουν μεγαλύτερο οικονομικό βάρος για την άμυνά τους. «Η εποχή που οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδοτούσαν την άμυνα πλούσιων εθνών έχει τελειώσει», ανέφερε χαρακτηριστικά, συμπληρώνοντας ότι η Ουάσιγκτον αναζητά ισότιμους εταίρους και όχι προτεκτοράτα. Τέλος, αναφορικά με το Ιράν, ο υπουργός Άμυνας προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ παραμένουν έτοιμες να επαναλάβουν τις επιθέσεις εάν δεν επιτευχθεί μια ικανοποιητική συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου, επιδιώκοντας ταυτόχρονα την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ για την αποσυμπίεση των τιμών της ενέργειας.