Ο πρόεδρος της Βραζιλίας, Luiz Inacio Lula da Silva, αντέδρασε έντονα στην απόφαση της κυβέρνησης του Donald Trump να χαρακτηρίσει «τρομοκρατικές» δύο από τις μεγαλύτερες εγκληματικές οργανώσεις της χώρας. Ο Βραζιλιάνος ηγέτης προειδοποίησε πως η κίνηση αυτή, η οποία αφορά το Primeiro Comando da Capital (PCC) και το Comando Vermelho (CV), αποτελεί αυθαίρετο μέτρο που μπορεί να αποβεί επιζήμιο για την ασφάλεια και την κυριαρχία της χώρας του.
Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την Παρασκευή, ο Lula υπογράμμισε τον διαχωρισμό μεταξύ του κοινού εγκλήματος και της διεθνούς τρομοκρατίας. Ενώ αναγνώρισε τη βιαιότητα των δραστηριοτήτων των εν λόγω οργανώσεων, οι οποίες επικεντρώνονται στο εμπόριο ναρκωτικών και όπλων για το κέρδος, τόνισε πως αυτές «δεν πρέπει να συγχέονται με δράσεις που υποκινούνται από ιδεολογικά, πολιτικά ή θρησκευτικά κίνητρα».
Η κίνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, την οποία ανακοίνωσε ο υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio, αναμένεται να τεθεί σε ισχύ στις 5 Ιουνίου, παγώνοντας περιουσιακά στοιχεία των οργανώσεων και επιβάλλοντας κυρώσεις σε όσους παρέχουν υλική υποστήριξη. Ο Lula εξέφρασε έντονες ανησυχίες ότι ο χαρακτηρισμός αυτός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για ξένη στρατιωτική επέμβαση.
Η ένταση στις σχέσεις των δύο πλευρών εντείνεται εν μέσω μιας σκληρής προεκλογικής περιόδου στη Βραζιλία. Ο Lula κατηγόρησε τον Flavio Bolsonaro, γιο του πρώην προέδρου Jair Bolsonaro και υποψήφιο στις εκλογές, ότι χρησιμοποίησε τις διασυνδέσεις του με την οικογένεια του Donald Trump για να προωθήσει τον χαρακτηρισμό αυτό, επιδιώκοντας πολιτικό όφελος.
Ο Donald Trump, ο οποίος έχει αναβιώσει το δόγμα Monroe, έχει ήδη προβεί σε επιθετικές ενέργειες στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της επιχείρησης κατά της Βενεζουέλας τον Ιανουάριο και στρατιωτικών χτυπημάτων στον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο Lula, από την πλευρά του, επιχειρεί να αναδείξει το δικό του έργο στην ασφάλεια, αναφερόμενος στο επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 11 δισεκατομμυρίων δολαρίων με τίτλο «Βραζιλία ενάντια στο οργανωμένο έγκλημα», προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας και την προάσπιση της κρατικής ανεξαρτησίας.